ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΠΡΟΧΩΡΟΥΝ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ


ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΠΡΟΧΩΡΟΥΝ ΣΤΑ ΣΚΟΤΕΙΝΑ

  

  O Γιώργος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στη Σμύρνη της Μικράς Ασίας, στις 29 Φεβρουαρίου 1900. Μεγάλωσε μέσα σε μια οικογένεια με έντονα πνευματικά ενδιαφέροντα.
O πατέρας του, Στυλιανός, ήταν νομικός και μετέπειτα καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Aθηνών, ενώ παράλληλα έγραφε ποιήματα, μετέφραζε αρχαίους τραγικούς και είχε εκδώσει μεταφράσεις έργων του Λόρδου Bύρωνα. Η δε μητέρα του, Δέσπω, διακρινόταν για την ιδιαίτερη ευαισθησία και την καλλιέργειά της.

Έγραφε ήδη στίχους στα 14 του χρόνια. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει την οικογένειά του να μετακομίσει στην Αθήνα. Το 1918 μεταβαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει Νομική, κάτι που αποτελούσε όνειρο του πατέρα του που στο μεταξύ είχε μετακομίσει κι αυτός στο Παρίσι αναζητώντας καλύτερη μοίρα. «Eίχα μπει τον Iούλιο σ’ ένα Παρίσι ολότελα άδειο, που γέμισε ασφυκτικά τον Nοέμβρη με τα πανηγύρια της ανακωχής. Tο δωμάτιό μου ήταν ο πιο παγερός τόπος που γνώρισα ποτέ μου. Ένας πλανόδιος βιολιτζής ερχότανε κάθε απόγεμα μ’ έναν απελπιστικά περιπαθή σκοπό. Tις νύχτες μια γριά κλαψούριζε πουλώντας μενεξέδες. Διάβαζα Όμηρο και τα πιο παλαβά πρωτοποριακά περιοδικά. Ήμουν αξιοθαύμαστα χαμένος και ονειροπαρμένος» θα σημειώσει αργότερα ο ποιητής για τα φοιτητικά του χρόνια. Σύντομα, στρέφεται όλο και περισσότερο προς την λογοτεχνία: «Έχω μια μεγάλη διάθεση να γράψω κάθε ώρα· καθετί μου φέρνει ένα θέμα, μια τραγικότητα για να εκφράσω. Δυστυχώς, μόνο τις ιδέες μου βάζω απάνω στο χαρτί και τις κοιμίζω τον ύπνο τον αξύπνητο ίσως. Το συρτάρι μου κατάντησε νεκροταφείο. Κάθε μέρα θάβω και μερικά κορμάκια μωρών που ξεψύχησαν».



Το 1923 γνωρίζει μια Γαλλίδα πιανίστα, τη Ζακλίν, μία από τις γυναίκες της ζωής του. Η Ζακλίν θα απασχολήσει το νου του ποιητή για περισσότερο από μία δεκαετία και το μεγαλύτερο μέρος της ερωτικής ποίησης του Σεφέρη απευθύνεται σε αυτήν. «Eίναι μερικά αισθήματα στη ζωή που ποτέ δεν ξεθωριάζουν...» είπε ο ίδιος για τη Ζακλίν. Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα, διορίζεται στο διπλωματικό σώμα και σύντομα χάνει τη μητέρα του. Ο ποιητής βυθίζεται στη μελαγχολία και τη μοναξιά: «Aνάγκη να μιλήσω. Kανείς. Ίσως εγώ να φταίω. Mα τι γίνεται εδώ μέσα; Σήμερα το απόγευμα είχα την εντύπωση πως η σκέψη μου είχε αδειάσει και στη θέση της βρισκότανε δυο άγνωστοι που συζητούσαν και αποφάσιζαν για την τύχη μου. Aδύνατο να γράψω. Ώσπου να γυρίσω το φύλλο, έχω αλλάξει, έγινα άλλος». Σύντομα όμως, γράφει μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του. Tον Iούλιο του 1928 δημοσιεύεται η μετάφραση του έργου του Bαλερί «Mια βραδυά με τον Kο Tεστ» με την υπογραφή Γ. Σεφεριάδης. Τον Mάιο του 1931 εκδίδεται η συλλογή «Στροφή» με δεκατρία ποιήματα – μεταξύ των οποίων και το εμπνευσμένο από την Zακλίν «Eρωτικός λόγος».



Την ίδια χρονιά διορίζεται στο ελληνικό Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, ως υποπρόξενος. Μέσα στην αγγλική ομίχλη, με τη «στυφή γεύση του θανάτου», ο Σεφέρης οραματίζεται μια Ελλάδα ολοκάθαρη και απογυμνωμένη, ένα όραμα που θα διαποτίσει τα τοπία του «Μυθιστορήματος» του 1935. Ακολουθούν τα «Γυμνοπαιδία» το 1936, το 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή σχετικά με τον καθορισμό της δημοτικής, το «Tετράδιο γυμνασμάτων» το 1940, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος A'» το 1940 λογοκριμένα όμως από τη Δικτατορία Μεταξά, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος B'» το 1944 και «Kίχλη» όπου μιλάει για το σπαραγμό στη χώρα, το 1947. Την ίδια χρονιά βραβεύεται με το «Έπαθλο Παλαμά». Λίγες ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο Σεφέρης θα παντρευτεί τη Μαρώ και θα φύγουν μαζί με την ελληνική κυβέρνηση για την Αίγυπτο. Χαριτολογώντας, ο ποιητής έλεγε ότι κουμπάρος τους στάθηκε ο Χίτλερ. Σε όλη του τη διπλωματική καριέρα θα ταξιδεύει και θα αλλάζει συνεχώς τόπο διαμονής: Λονδίνο, Kορυτσά, Aλεξάνδρεια, Nότια Aφρική, Άγκυρα, Λίβανος και πάλι Λονδίνο (1957-1962), για να ολοκληρώσει τη σταδιοδρομία του ως πρέσβης, κατά τα χρόνια της δημιουργίας του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Μέχρι το 1963 η φήμη του Γιώργου Σεφέρη έχει απλωθεί σε όλη την υφήλιο.


Πώς ο Σεφέρης κέρδισε το Νόμπελ μετά από δύο απορρίψεις.


 Τον πρότεινε ο Τόμας Έλιοτ. Η επιτροπή απέρριψε τον Νερούδα «επειδή ήταν κομμουνιστής» και τον Μπέκετ γιατί ήταν «ανήθικος»  «Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η Σουηδική Ακαδημία έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγγνώμη που ζητώ πρώτα πρώτα από τον εαυτό μου» Έτσι ξεκινά ο ευχαριστήριος λόγος του ποιητή Γιώργου Σεφέρη στις 10 Δεκεμβρίου του 1963 όταν παρέλαβε στη Στοκχόλμη το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Ο λόγος που εκφώνησε ήταν γραμμένος στα Γαλλικά. Ο Γιώργος Σεφέρης κέρδισε την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση σε μια περίοδο κρίσιμη για τον ελληνισμό και την ελληνική γλώσσα. Η Σουηδική Ακαδημία βραβεύοντας τον κορυφαίο Έλληνα λόγιο απέδιδε ένα φόρο τιμής στη σύγχρονη Ελλάδα, αλλά και στο ιδανικό του κλασικισμού. Ομόφωνη απόφαση Η επικείμενη βράβευση του ποιητή έγινε γνωστή στον ίδιο στις 24 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Ο Σεφέρης ήταν ανάμεσα σε 80 υποψήφιους συγγραφείς για Νόμπελ. Οι έξι τελικές επιλογές της Επιτροπής ήταν πέρα από τον Σεφέρη, ο Γ.Χ. Ώντεν, ο Πάμπλο Νερούδα, ο Σάμιουελ Μπέκετ, ο Γιούκο Νισίμα και ο Άξελ Σάντιμοζ.

   Ο Σεφέρης με την ιδιότητα του ποιητή και διανοούμενου αποφάσισε να μην πάρει ενεργό μέρος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου. Αντί αυτού και ως ένδειξη διαμαρτυρίας επέλεξε να σιωπήσει, να απέχει από τις προσπάθειες αντίστασης και να μη δημοσιεύσει στην Ελλάδα τίποτα από το συγγραφικό του έργο από 1967 κι έπειτα. Μάταια τον πλησίασε ο Μίκης Θεοδωράκης και άλλοι αριστεροί άνθρωποι των γραμμάτων και του πνεύματος. Όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν αρκετά και αιωρήθηκε στην ατμόσφαιρα ότι ο Σεφέρης, λόγω του αστικού κοινωνικού υπόβαθρου δεν ενοχλήθηκε ιδιαίτερα με τη δικτατορία των Συνταγματαρχών, ο ποιητής προχώρησε σε δημόσια δήλωση κατά του δικτατορικού καθεστώτος.
Στις 28 Μαρτίου του 1969 μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού του BBC δήλωσε ότι «Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό» (ηχητικό ντοκουμέντο) «Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω. Αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας […]Κλείνουν δύο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς ολωσδιόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.[…] Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει ἡ ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.[…] Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω». Η δήλωση αυτή προκάλεσε τη δυσαρέσκεια του δικτατορικού καθεστώτος με αποτέλεσμα ο Σεφέρης να χάσει τον τίτλο του πρέσβη, αλλά και το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το διαβατήριό του....

Από τα μέσα του 1950 ο Σεφέρης είχε έλκος και υπέφερε από κοιλιακούς πόνους. Το 1971 εισήχθη στο Ευαγγελισμό για να εγχειρηθεί στο λεπτό έντερο, στον δωδεκαδάκτυλο. Η εγχείρηση δεν είχε επιτυχία. Ο Σεφέρης, έπειτα από επιπλοκές πέθανε στις 20 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Η κηδεία του έγινε δύο μέρες αργότερα στο Α’ Νεκροταφείο . Χιλιάδες κόσμου τον ακολούθησε στην τελευταία του κατοικία, τραγουδώντας την Άρνηση, ένα από τα απαγορευμένα τραγούδια σε μουσική του Θεοδωράκη και στίχους του Σεφέρη. Ο Γιάννης Ρίτσος ανέφερε μετά τον θάνατο του ποιητή: «Αυτή την ώρα, τα λόγια μου φαίνονται μικρά για το ανάστημα του ποιητή, μικρά για τη λύπη και την περηφάνια που μας γεμίζει το έργο του και το ήθος του. […] Ακόμα μια φορά «σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα»....


«Ψιθύρισα η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί…»

Ο ποιητής εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα με το ψευδώνυμο Γιώργος Σεφέρης τον Μάιο του 1931 με το έργο «Στροφή». Το συγγραφικό έργο του Σεφέρη από πολλούς θεωρήθηκε σκοτεινό. Ο Σεφέρης γραμματολογικά ανήκε στην γενιά του ’30. Μια γενιά αρκετά απαισιόδοξη. Πώς λοιπόν να μην είναι και ο ίδιος ο ποιητής απαισιόδοξος; Στα 71 χρόνια της ζωής του, ο ποιητής γνώρισε τις συνέπειες του Μεγάλου Πολέμου, είδε την πατρίδα να εξαφανίζεται κατά τη Μικρασιατική Καταστροφή, γνώρισε την δικτατορία του Ι. Μεταξά και τις φρικαλεότητες του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου και η πνευματική ελευθερία φυλακίστηκε κατά τη Δικτατορία του 1967. Ο ίδιος ταλανίστηκε και διχάστηκε πολλές φορές για το ποια είναι τελικά η επιρροή της μοίρας στην ανθρώπινη ψυχή. Στη συλλογή Μυθιστόρημα σαν άλλος Ορέστης, αποδέχεται το αμετάκλητο και τετελεσμένο παιχνίδι της μοίρας. Ο άνθρωπος ότι και να κάνει δεν μπορεί να ξεφύγει από το μέλλον του που είναι προκαθορισμένο και τις περισσότερες φορές σκοτεινό. Από την άλλη, στο Θερινό Ηλιοστάσιο, ο Σεφέρης επιμένει ότι υπάρχει ελπίδα και αυτή καθρεπτίζεται στο πρόσωπο των παιδιών. Οι ενήλικες είναι ήδη καταδικασμένοι, αλλά τα παιδιά αθώα και ανήξερα από το κακό και την αδικία, μπορούν να κάνουν την διαφορά και να ξεφύγουν από το δυσοίωνο μέλλον των πατέρων τους. Όλο του έργο είναι γεμάτο με λέξεις που συμβολίζουν κάτι διαφορετικό- γι’ αυτό και είναι περίπλοκος και δύσκολος στην ανάγνωση. Παρέμεινε ωστόσο πάντα λυρικός και στοχαστικός, ενώ με επιτυχία κατάφερε να μπλέξει την ελληνική αρχαιότητα και μυθολογία με τις κοινωνικές πραγματικότητες της Σύγχρονης Ελλάδας. Ο ποιητής επηρεάστηκε από το πεσιμιστικό έργο του Έλιοτ και τη συγγραφική μανιέρα πολλών υπερρεαλιστών ποιητών. Με την ποίηση του κατάφερε να περάσει τα σύνορα της Ελλάδας και να γίνει γνωστή σε κάθε γωνιά του κόσμου. Ο Σεφέρης επιπλέον έγραψε αρκετά δοκίμια και μετέφρασε στα ελληνικά έργα σπουδαίων ξένων συγγραφέων. Το έργο του Έλιοτ, Wasteland- ‘Έρημη Πόλη, είναι σε μετάφραση του Σεφέρη. Ασχολήθηκε με το αμφιλεγόμενο έργο του Γιάννη Μακρυγιάννη και του ζωγράφου Θεόφιλου. Το 1946 έγινε μέλος του διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου και της Εθνικής Ραδιοφωνίας. Το 1947 τιμήθηκε με το βραβείο Παλαμά για την ποίησή του, ενώ το 1960, έπειτα από πολλές προσπάθειες, επανέφερε στην Ελλάδα τα λείψανα του ποιητή Ανδρέα Κάλβου...

“Ρε, τι σου ‘κανε η Ελλάδα και σε πληγώνει;”

Ο Γ. Σεφέρης διηγείται ένα περιστατικό που έτυχε στο Νίκο Γκάτσο:

Γύριζε το χειμώνα του ‘36, σπίτι του από μια ταβέρνα. Ήμουνα στην Κορυτσά και είχα στείλει στην Αθήνα, σε χειρόγραφο, το “Με τον τρόπο του Γ. Σ.”. Κατά κακή του τύχη -μολονότι πολύ αθώος, είχε κάποτε ύφος φοβερά βλοσυρό- τον έπιασαν και τον πήγαν στο τμήμα. Τον έψαξαν. Στην τσέπη του το χειρόγραφο.
-Ρε, τι σου ‘κανε η Ελλάδα και σε πληγώνει; Κομμουνιστής, ε;
-Μα, κύριε αστυνόμε, δεν το ‘γραψα εγώ αυτό, το ‘γραψε ο κ. Σ. που είναι πρόξενος.

-Πρόξενος, ε; Τέτοιους προξένους έχουμε. Γι’ αυτό πάμε κατά διαβόλου.
Ευτυχώς βρέθηκαν στις τσέπες του και κάτι άλλα της ίδιας τεχνοτροπίας που αφόπλισαν τους φρουρούς της ησυχίας μας:
-Σ’ αφήνουμε, μωρέ, γιατί είσαι βλάκας, του είπαν όταν τα διάβασαν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ “ΜΕΡΕΣ Δ΄” από το βιβλίο “Ο ΣΕΦΕΡΗΣ ΓΙΑ ΝΕΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ” Εκδόσεις ΙΚΑΡΟΣ

Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά – σιγά βουλιάζει και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.

απόσπασμα από το ποίημα “ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΤΑΜΙΑ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”

Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία, ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας· “Στα σκοτεινά πηγαίνουμε, στα σκοτεινά προχωρούμε…” Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.



απόσπασμα από το ποίημα “ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ” από το “ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ Β΄”



  Όπως θυμάται ο Σαββίδης (1993), επειδή υποψιαζόταν ότι η επιστροφή του Γιώργου Σεφέρη από τη Στοκχόλμη θα συνοδευόταν από την ίδια “μουγκαμάρα”, τηλεγραφεί “υποδεικνύοντας την οργάνωση κάποιας υποδοχής”. Στο αεροδρόμιο τους υποδέχονται δυο γυναίκες, “η μάνα μου και η Ιωάννα Τσάτσου. Κανείς άλλος”. Η θριαμβευτική υποδοχή του Σεφέρη γίνεται οκτώ χρόνια μετά την επιστροφή του από τη Σουηδία. Το απόγευμα της κηδείας του (22 Σεπτεμβρίου 1971) αυτόκλητος, σύσσωμος ο αθηναϊκός λαός υποδέχεται τον ποιητή του, ενώ ο ίδιος είχε αναχωρήσει μία ημέρα πριν.

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937
Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί πού δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και τα μαλλιά σου
χρυσά. τ’ άστρα του Κύκνου κι’ εκείνο τ’ άστρο ό Αλδεβαράν.
Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους. βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου. στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατο σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί πού φύσηξε ό βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα πού βλέπω δε ρωτούν μήτε ή γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά. μελανιασμένες λαγκαδιές. o χιονισμένος
κάμπος, ως πέρα ό χιονισμένος κάμπος, τίποτε δε ρωτούν
μήτε o καιρός κλειστός σε βουβά ερημοκλήσια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν, κι’ οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ. ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισσιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση, της φωνής σου λέγοντας «ευτυχία».
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλειστά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
πού μου ξεφεύγουν
εκεί πού τελειώνουν τα νερολούλουδα κι’ αυτός ό άνθρωπος
πού βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπής.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό πού
σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπο σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.
Ό δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους πού έφυγαν
εκείνους
πού χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα πού αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
πού στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε ή καρδιά σου,
ό δρόμος δεν έχει αλλαγή. κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.



                                                     Επιμέλεια: Άρης Δενδρινός    ΠΗΓΗ : TVXS, ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ, ΛΟΓΟΜΝΗΜΩΝ κ.α.

Σχόλια