Στη Βολιβία τα παιδιά του Τσε για την 50ή επέτειο από τον θάνατό του



Στη Βολιβία τα παιδιά του Τσε για την 50ή επέτειο από τον θάνατό του
Σύμφωνα με δήλωση του προέδρου Μοράλες


Τα τέσσερα παιδιά του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα θα επισκεφθούν τον Οκτώβριο τη Βολιβία για την 50ή επέτειο του θανάτου του πατέρα τους, γνωστοποίησε χθες Κυριακή ο βολιβιανός πρόεδρος Έβο Μοράλες, όπως μετέδωσε το κρατικό πρακτορείο ειδήσεων ABI.


Θα γίνει «μια μεγάλη συγκέντρωση των λαών εναντίον του καπιταλιστικού συστήματος και θα είναι εκεί τα τέσσερα παιδιά του Τσε, στο Λα Ιγκέρα», το χωριό της νότιας Βολιβίας όπου ο αργεντίνος κομαντάντε της επανάστασης της Κούβας εκτελέστηκε το 1967, πρόσθεσε ο πρόεδρος Μοράλες, που ποτέ δεν έκρυψε ότι είναι θαυμαστής του Γκεβάρα.
Τα τέσσερα από τα πέντε παιδιά του Τσε Γκεβάρα - η Αλέιδα, ο Καμίλο, ο Ερνέστο και η Σέλια - έχουν γεννηθεί και ζουν στην Κούβα. Μια κόρη του από έναν πρώτο γάμο απεβίωσε το 1995.
Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα αιχμαλωτίστηκε την 8η Οκτωβρίου 1967 από τον βολιβιανό στρατό, έπειτα από τον τραυματισμό του στη μάχη, και εκτελέστηκε την επομένη, αλλά οι εκδηλώσεις τιμής στη μνήμη του γίνονται κατά παράδοση την 8η Οκτωβρίου, επέτειο της σύλληψής του.

Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα στη Βολιβία παρακολουθούσε επίσης η CIA, με επικεφαλής τον πράκτορα Φέλιξ Ροδρίγκες (Félix Rodríguez), ο οποίος μετέφερε την πληροφορία της σύλληψής του στο αρχηγείο της υπηρεσίας του και σύντομα μετέβη ο ίδιος στη Λα Ιγκέρα. Μετά από μερικές ανακρίσεις στο σχολείο του χωριού, ο αιχμάλωτος Γκεβάρα δολοφονήθηκε,[41] στις 9 Οκτωβρίου 1967, από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν (Mario Terán). Ο συγκεκριμένος αρχικά δίστασε να εκτελέσει την εντολή για τη δολοφονία του αλλά τελικά πυροβόλησε τον αιχμάλωτο, ο οποίος φέρεται να του είπε «Ήρθατε να με σκοτώσετε. Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις». Ο θάνατός του σημειώθηκε λίγο μετά τη 1:00 το μεσημέρι.
Μεταφέρθηκε στο χωριό Χιγέρας, κι' έμεινε ζωντανός περίπου είκοσι τέσσερις ώρες. Αρνήθηκε ν' ανταλλάξει έστω και μια λέξη με κείνους που τον αιχμαλώτισαν και ένας μεθυσμένος αξιωματικός που επιχείρησε να τον περιπαίξει, έφαγε ένα χαστούκι κατάμουτρα.

Περιγραφή της εκτέλεσης Γκεβάρα, κατά τον Φιδέλ Κάστρο
Αφού ο Μπαρριέντος, ο Οβάντο και οι άλλοι στρατιωτικοί αρχηγοί μαζεύτηκαν στη Λα Παζ πήραν εν ψυχρώ την απόφαση να τον δολοφονήσουν. Μάθαμε λεπτομερειακά πως αποφασίστηκε να εκτελεστεί αυτή η άτιμη απόφαση μέσα στο σχολείο του Χιγέρας. Ο ταγματάχης Μιγέλ Αγιορόα και ο συνταγματάρχης Αντρές Σέλνιτς, ράντζερς εκπαιδευμένοι από τους γιάνκηδες, έδωσαν τις αναγκαίες οδηγίες για τη δολοφονία στον υπαξιωματικό Μάριο Τεράν. Όταν αυτός, τύφλα στο μεθύσι, προχώρησε μέσα στο σχολείο, ο Τσε είχε ακούσει τις ντουφεκιές που αποτελείωναν δυο αντάρτες, έναν Βολιβιανό και έναν Περουβιανόˑ είδε πως ο δήμιος δίσταζε, και του είπε ήρεμα και θαρρετά: «τραβήχτε! Μη φοβάστε!» Ο υπαξιωματικός έφυγε τρέχοντας και χρειάστηκε οι ανώτεροί του Αγιορόα και Σέλνιτς να του επαναλάβουν τη διαταγή για να τον εκτελέσει, τραβώντας μία κάθετη ριπή με το αυτόματο κάτω από τη μέση. Καθώς είχαν κιόλας διαδώσει την εκδοχή πως ο Τσε πέθανε μερικές ώρες μετά τη μάχη, οι δήμιοι πήραν τη διαταγή να μην τραβήξουν ούτε στην καρδιά ούτε στο κεφάλι για να μη μείνει στον τόπο. Η αγωνία του Τσε παρατείνονταν σκληρά, μέχρι που ένας υπαξιωματικός, μεθυσμένος και εκείνος, τον αποτελείωσε

με μια πιστολιά στον αριστερό κρόταφο.
                  
Την επόμενη μέρα, οι δημοσιογράφοι που μεταφέρθηκαν εσπευσμένα με στρατιωτικά ελικόπτερα στο Βαγιεγκράντε, αντίκρισαν ξαπλωμένο σε ένα πρόχειρο κρεβάτι, έναν γενειοφόρο άντρα γυμνό από τη μέση και πάνω, με χακί παντελόνι και στρατιωτική ζώνη. Ήταν ο Τσε Γκεβάρα νεκρός. Όχι από τα μάλλον επιπόλαια τραύματα στο πεδίο της μάχης, αλλά από δύο σφαίρες στο σβέρκο. Ο Τσε, στα 39 του χρόνια, πλήρωσε με τη ζωή του το σχέδιο οργάνωσης αντάρτικου στη Βολιβία, με προοπτική την επέκτασή του και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ακόμα και νεκρός, ο Γκεβάρα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνος για το βολιβιανό καθεστώς που δεν διανοήθηκε να ρισκάρει μία δημόσια ταφή του. Ούτε στον αδελφό του, Ρομπέρτο Γκεβάρα, δεν έδειξαν το πτώμα του, με συνέπεια πολλοί να αμφισβητήσουν αν πέθανε πραγματικά ή μήπως επρόκειτο για μπλόφα των αρχών. Στην Κούβα, ο Φιδέλ Κάστρο κράτησε αρχικά επιφυλακτική στάση απέναντι στην είδηση του θανάτου του, ωστόσο στις 15 Οκτωβρίου, αποδέχτηκε το γεγονός, μετά από την εμφάνιση φωτογραφικών αποδείξεων, και κήρυξε τριήμερο πένθος στη δεύτερη πατρίδα του Αργεντινού επαναστάτη.
Το πτώμα του Γκεβάρα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Σαν Χοσέ ντε Μάλτα όπου έγινε και νεκροψία, στο πρακτικό της οποίας καταγράφτηκαν συνολικά εννέα πληγές που είχαν προκληθεί από σφαίρες. Σύμφωνα με τη νεκροψία, ο θάνατός του προκλήθηκε από τα τραύματα που έφερε στο θώρακα και την αιμορραγία. Το πτώμα του έπρεπε για τους στρατιωτικούς να χαθεί δίχως κανένα ίχνος και θάφτηκε κρυφά κοντά στο αεροδρόμιο, 30 χλμ. από την Λα Ιγκέρα. Νωρίτερα, στο νοσοκομείο, είχαν κοπεί τα χέρια του, τα οποία διατηρήθηκαν σε φορμόλη προκειμένου να γίνει αργότερα η οριστική αναγνώρισή του. 



Το πτώμα του έμεινε στον μυστικό του τάφο μέχρι που ανακαλύφθηκε στις 12 Ιουλίου 1997 στο Βαγιεγκράντε της Βολιβίας. Αφού μεταφέρθηκε στην Κούβα, κηδεύτηκε στη Σάντα Κλάρα, την πόλη που ο ίδιος είχε κατακτήσει το 1958 ανοίγοντας το δρόμο για την τελική νίκη του Κάστρο.
  

Ανάμεσα στα αντικείμενα του Τσε Γκεβάρα που διέθεταν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους διώκτες του, ανήκε και το ημερολόγιό του, στο οποίο καταγράφονταν τα γεγονότα που σχετίζονταν με τη δράση του αντάρτικου σώματος στο έδαφος της Βολιβίας. Η πρώτη καταχώρηση σε αυτό έγινε στις 7 Νοεμβρίου του 1966 λίγο καιρό μετά την εγκατάσταση του Τσε Γκεβάρα στην περιοχή Νιανκαουασού, ενώ η τελευταία καταγραφή σημειώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 1967, μία ημέρα πριν τη σύλληψή του. Στο ημερολόγιο αναφέρεται πώς οι αντάρτες αναγκάστηκαν να προβούν σε επιχειρήσεις πρόωρα, εξαιτίας της ανακάλυψής τους από τον βολιβιανό στρατό, όπως και οι λόγοι για τους οποίους ο Γκεβάρα αποφάσισε να διαχωριστεί η φάλαγγα σε δύο μονάδες, χωρίς να καταφέρουν έκτοτε να έρθουν σε επαφή, περιγράφοντας συνολικά τα αίτια της αποτυχίας του αντάρτικου στρατού. Το ημερολόγιο τυπώθηκε μετά από ελέγχους της γνησιότητάς του, στις 22 Ιουνίου 1968στην Κούβα. Η διανομή του έγινε δωρεάν και συγχρόνως δημοσιεύτηκε σε άλλα έντυπα ανά τον κόσμο.





Σχόλια