ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ. Έφυγε από τη ζωή μια μεγάλη θεατρική συγγραφέας



 ΛΟΥΛΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ. Έφυγε από τη ζωή μια μεγάλη θεατρική συγγραφέας
Έφυγε από τη ζωή η θεατρική συγγραφέας και σημαντική εκπρόσωπος των Ελληνικών Γραμμάτων Λούλα Αναγνωστάκη.
Η νεκρώσιμος ακολουθία, που είναι δημοσία δαπάνη, τελείται την Τρίτη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών στις 16.00.
Η Λούλα Αναγνωστάκη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τη δεκαετία του 1930 και είναι μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανώλη Αναγνωστάκη. Εμφανίστηκε στο θέατρο το 1965 με την τριλογία της Πόλης (“Η διανυκτέρευση”, “Η πόλη”, “Η παρέλαση”), που παρουσίασε σε ενιαία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης ο Κάρολος Κουν. Το Φεβρουάριο του 1967 ανέβηκε από το Εθνικό Θέατρο το τρίπρακτο έργο της “Η συναναστροφή”, σε σκηνοθεσία Λεωνίδα Τριβιζά. Ακολούθησαν: “Αντόνιο ή το Μήνυμα” (1972), “Η νίκη” (1978), “Η κασέτα” (1982), “Ο ήχος του όπλου” (1987), όλα από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν. Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου παρουσίασε το έργο “Διαμάντια και μπλουζ”, σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 ανέβηκε Το “Ταξίδι μακριά” από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο “Ο ουρανός κατακόκκινος” από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο “Σ’ εσάς που με ακούτε” από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή.
Τα έργα της Λούλας Αναγνωστάκη έχουν επίσης παρουσιαστεί από Αθηναϊκούς θιάσους και Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα, καθώς και στο εξωτερικό (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).

Σε μια από τις ελάχιστες, συνεντεύξεις της την Άνοιξη του 2012, η κορυφαία θεατρική συγγραφέας της Ελλάδας μίλησε με πρωτοφανή ειλικρίνεια και απλότητα

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη. Στην Αγία Σοφία. Τότε που άνθιζε ο πόλεμος. Πολύ μικρή, αλλά τον θυμάμαι. Τον εμφύλιο τον έζησα, μεγάλωσα μέσα από αυτόν. Σχολείο πήγα εκεί. Ήμουν καλή, αλλά όχι πρώτη μαθήτρια. Πέρασα Νομικά στη Θεσσαλονίκη. Δεν ήθελα με τίποτα να γίνω δικηγόρος. Πήρα το πτυχίο, πήρα και το χαρτί από τον Άρειο Πάγο, έτσι, για να μη λένε. Μου φαινόταν σαχλό σκηνικό το δικαστήριο. Όλη αυτή η σοβαροφάνεια, το να φορέσεις καλό σακάκι, αυτό, το άλλο. Γελούσα με κάτι τέτοια, ενώ οι συμφοιτητές μου το έβρισκαν φυσικό. Παντρεύτηκα στην Αθήνα κι έμεινα εκεί. Αλλά τότε δεν λογάριαζα πόλεις ή πού θα μείνω. Απλώς επέλεξα την Αθήνα. Μετά την ανακάλυψα σιγά σιγά και μου άρεσε πάρα πολύ. Στην οικογένεια γράφαμε πάντα κρυφά ο ένας από τον άλλο. Ο γιος μου ο Θανάσης μόνο δημοσιευμένα τα δείχνει. Το ίδιο έκανε και ο αδερφός μου, ο Μανόλης. Περίεργος άνθρωπος ο Μανόλης. Είχε έναν κρυμμένο δυναμισμό. Τον έπιανε ο ενθουσιασμός, αλλά τον τραβούσε η γυναίκα του πίσω. Άλλα πράγματα ήθελε από τη ζωή του. Δεν ήθελε να έχει παντρευτεί, ήθελε να πάει στον ένοπλο αγώνα. Ο άντρας μου, ο Γιώργος ο Χειμωνάς[1], μου τα έδειχνε πριν δημοσιευτούν. Αλλά σαν τελειωμένα. Εγώ τα έδειχνα στον Γιώργο. Ήθελα τη γνώμη του. Μου έλεγε πάντα ότι ήταν ωραία, πράγμα που δεν ξέρω καθόλου αν ήταν αλήθεια. Ήθελα να γίνω γνωστή. Όχι μετά μανίας, αλλά ήθελα. Να, βλέπετε, είμαι ειλικρινής. Τον Χειμωνά δεν τον ζήλευα καθόλου. Ποτέ. Ούτε εγώ, ούτε αυτός. Τον θαύμαζα. Ήταν εξαιρετικός. Η σωστή λέξη είναι αεικίνητος. Τον γνώρισα σχεδόν ταυτόχρονα με το έργο του. Είχα διαβάσει ένα νεανικό του, τον Πεισίστρατο, αλλά φαινόταν όλο το ταλέντο του. Δεν το κατάλαβα και πολύ. Όλα τα έργα του ήταν εξαιρετικά. Και ο θαυμασμός μου εμένα ήταν αληθινός και όχι επειδή ήταν κι ένας κούκλος. Δεν θυμάμαι να τον έχω βάλει σε κάποιο θεατρικό, επειδή απλά μπορεί να τον έχω βάλει και σε όλα. Ο Θανάσης, από την άλλη, δεν διάβαζε καθόλου. Όλη την ώρα στην τηλεόραση. Και με τον Ολυμπιακό. Ήμουν κι εγώ Ολυμπιακός, παρακολουθούσα πολύ την ομάδα και θύμωνα και με όσους δεν ήταν Ολυμπιακοί. Είχα άγχος για τη δουλειά μου, αλλά είναι πιο εύκολο να είσαι απλός στη ζωή παρά στο γράψιμο. Αφιερωνόμουν πολύ σε αυτό. Αλλά έγραφα γρήγορα. Πολύ το γούσταρα. Οι λέξεις είναι ωραίες. Δεν με δυσκόλεψε κανένα έργο. Πήγαινε σερί το γράψιμο. Την Παρέλαση την έγραψα αμέσως. Είχε δύο μονόπρακτα ο Κουν που δεν του πήγαιναν και μου είπε «γράψε μου ένα έργο».
Γύρισα σπίτι και το έγραψα σ’ ένα βράδυ. Τώρα μου έρχονται ιδέες, αλλά τις διώχνω. Άλλοτε τις περίμενα να έρθουν, τώρα μου έρχονται χωρίς να τις αποζητώ. Στις πρόβες πήγαινα ,αλλά όχι με πάθος. Ντρεπόμουν. Οι παρεμβάσεις μου ήταν μυστικές και μόνο στον σκηνοθέτη. Αν είχα πολύ θάρρος, στον ηθοποιό. Αλλά πολύ διακριτικά. Ήθελα πάρα πολύ να γίνουν αυτές οι αλλαγές, αλλά δεν επέμενα. Ήμουν φρόνιμη. O Koυν με ρωτούσε πάντα και μόλις του έλεγα κάτι, ορμούσε στους ηθοποιούς. «Κάνε το αλλιώς, ηλίθιε». Ήταν πολύ αγχώδης, αλλά είχε ένα άγχος που πήγαινε μαζί με τη ζωή του. Συνεχώς σκεφτόταν το έργο που έκανε εκείνη την ώρα. Τίποτε άλλο. Τουλάχιστον όταν ήταν μαζί μου. Με τους δικούς του, δεν ξέρω. Οι χαρακτήρες που με τραβούσαν ήταν αυτοί που στο τέλος σκοτώνονταν. Εγώ τους κάνω υπερβολικούς τους Έλληνες. Δεν είναι. Είναι αδικημένος λαός. Όσο και αν τη χτυπάω μέσα από τα έργα μου, είμαι υπέρ της Ελλάδας. Παρά τα όσα γίνονται, δεν νιώθω την ανάγκη να πω κάτι. Η πολιτική, όπως και στα έργα μου, γίνεται ενώ εμείς ζούμε την καθημερινή μας ζωή. Την παράγουμε κι εμείς, ακολουθώντας τη σειρά. Δεν ψάχνω να βρω τις αιτίες πια που συμβαίνουν τα πράγματα. Παλιά έψαχνα. Και τσακωνόμουν για την πολιτική. Σήμερα, ας πούμε, δεν νομίζω ότι έγιναν λάθη όσον αφορά τον Εμφύλιο. Αυτό που έγινε τώρα είναι λάθος. Θα σας πω την άποψή μου λιγάκι χονδροειδώς. Πιστεύω ότι όλες οι πληγές του παρελθόντος πέρασαν. Αυτό που δεν θα περάσει είναι αυτό που γίνεται με το Μνημόνιο. Ήθελα να παίξω στο Ο ουρανός κατακόκκινος. Αλλά θα ήταν εκκεντρικό νομίζω. Ήταν ιδέα της Μαλβίνας. «Παίξ’ το», μου λέει, «είναι ευκαιρία. Θα χαλάσει κόσμο». Αλλά δεν το έπαιξα. Τώρα μπορεί και να το έχω μετανιώσει που δεν το έκανα. Θύμωνα με τις κακές κριτικές, για μια μέρα όμως μόνο. Eίχα πάρει μια φορά τον Γεωργουσόπουλο τηλέφωνο και μου είχε πει «α, εσείς είστε, αριστούργημα το έργο σας» κ.λπ. και του απαντώ, «μα, πώς γίνεται, αφού εσείς το βρίζετε». Είναι περίεργοι άνθρωποι οι κριτικοί. Δεν πιστεύω σε αυτούς. Περισσότερο, δηλαδή, απ’ ό,τι πιστεύω στους ανθρώπους. Έχω να δω έργο μου δέκα χρόνια. Δεν έχω καμιά περιέργεια. Μου έχει φύγει πια. Όχι, ούτε στο θέατρο, ούτε πουθενά. Δεν θέλω να βγαίνω έξω. Παλιά έβγαινα κάθε βράδυ. Εδώ, στο Κολωνάκι. Σινεμά στο Έμπασσυ, καθόμουν με τις ώρες στη Βιβλιοθήκη. Είναι ένα καφέ όπου τρώει και πίνει κανείς. Πάνε τσόκαρα, πάνε καθηγήτριες, πάνε όλοι. Τελευταία φορά βγήκα πριν από τρία χρόνια, να πάω στον οδοντογιατρό. Μου αρέσει εδώ που κάθομαι. Έρχονται εδώ άνθρωποι που θέλω, που έχω κάτι να συζητήσω μαζί τους. Βλέπω τηλεόραση, αλλά δεν διακρίνω τα γράμματα. Πολλά ελληνικά έργα, συζητήσεις και ειδήσεις. Ευτυχώς που δεν πάω θέατρο πια. Μαρτύριο είναι το θέατρο. Μαρτύριο, επειδή γράφω θέατρο. Ό,τι ώρα θέλω ξυπνάω, ό,τι ώρα θέλω κοιμάμαι, Ό,τι θέλω κάνω. Κάνω έναν περίεργο ύπνο, που είναι ταυτόχρονα ελαφρύς και βαθύς. Βλέπω φοβερά όνειρα. Αυτό είναι το μόνο ανεξήγητο. Βλέπω όνειρα τα οποία δεν έβλεπα παλιά. Πρόσωπα περίεργα, δρόμους περίεργους. Τρομερούς, μεγάλους δρόμους που ξαφνικά στενεύουν και στη στροφή βλέπω μία τρομερή μορφή. Αλλά ξυπνάω πολύ ήσυχη. Ξανακοιμάμαι και ξαναβλέπω το ίδιο όνειρο να συνεχίζεται. Αλλά αυτό δεν γινόταν ποτέ. Σηκώνομαι, ανάβω το φως, το σβήνω, ξανά το ίδιο όνειρο. Ανεβαίνω σκάλες, σκάλες. Δρόμους. Απαίσιους δρόμους. Σπίτια, το ένα δίπλα στο άλλο κι εγώ να προχωρώ ανάμεσα. Όλοι με κατηγορούν ότι δεν είμαι νοικοκυρά. Δεν μαγείρεψα ποτέ. Είχα κόμπλεξ με αυτό και το έκρυβα. Ζήλευα, όχι όμως παθολογικά. Δεν νιώθω καθόλου εκκεντρική. Αυτό που ζω τώρα, βέβαια, είναι εκκεντρικό, αλλά εγώ το βρίσκω φυσιολογικό. Επίσης, τι θα πει πνευματικός άνθρωπος; Σαχλαμάρα. Είναι μόνο αυτοί που κάθονται και σκέφτονται ένα μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας ή γενικότερα; Λένε «πνευματικός» και εννοούν από καθηγητές πανεπιστημίου μέχρι τυχάρπαστους ηθοποιούς.

Πηγή: ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ 19.4.2012 ΣΤΑΥΡΟΣ ΔΙΟΣΚΟΥΡΙΔΗΣ  www.lifo.gr



[1] ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΕΙΜΩΝΑΣ
«Βαθύ ποτάμι» ο λόγος του, σώπασε...
H Ελλάδα των Γραμμάτων, ιδιαίτερα η Θεσσαλονίκη, το θέατρο αλλά και η πανεπιστημιακή ψυχιατρική επιστήμη μετρούν μια μεγάλη απώλεια  το 2000. Πενθούν, από χτες, μαθαίνοντας την απροσδόκητη, τη θλιβερότατη είδηση του θανάτου του Γιώργου Χειμωνά, την Κυριακή το βράδυ στην εντατική του νοσοκομείου του Παρισιού. Ο σπουδαίος πεζογράφος, ακριβέστερα ο μεγάλος «ποιητής» της σύγχρονης πεζογραφίας μας, ο έξοχος μεταφραστής τραγωδιών αρχαίων και σαιξπηρικών δραμάτων, ο διακεκριμένος καθηγητής της Νευροψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (λόγω προβλημάτων υγείας αλλά και μιας ερευνητικής εργασίας που ήθελε να εκπονήσει σε ψυχιατρικά νοσοκομεία της Γαλλίας, πρόσφατα είχε παραιτηθεί από το Πανεπιστήμιο), ο ιδρυτής του Νευροψυχολογικού Εργαστηρίου στην πανεπιστημιακή κλινική του «Αιγινήτειου», ο εξαιρετικά ευαίσθητος θεράπων ψυχικά πασχόντων ασθενών, επρόκειτο να γυρίσει στην Ελλάδα την ερχόμενη Κυριακή. Αιφνίδια, όμως, «έφυγε» από ανακοπή καρδιάς, βυθίζοντας στη θλίψη τη συντρόφισσά της ζωής του, δραματουργό Λούλα Αναγνωστάκη και τον δημοσιογράφο και συγγραφέα επίσης γιο του, Θανάση.
Τη φροντίδα για την επιστροφή της σορού του Γιώργου Χειμωνά στην Αθήνα, ανέλαβε ο πρέσβης στην «Ουνέσκο» και φίλος του Βασίλης Βασιλικός.
Ο Γιώργος Χειμωνάς, ο «Μαγιακόφσκι» της μεταπολεμικής πεζογραφίας μας, ο καταξιωμένος και μεταφρασμένος στο εξωτερικό, γεννήθηκε το 1939 στην Καβάλα. Τρίχρονος εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε Ιατρική, μυήθηκε στις αριστερές ιδέες και στην προοδευτική λογοτεχνία κι όπου στα 1960 πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το μικρό, προφητικό, συγκαλυμμένα αυτοεξομολογητικό πεζογράφημα «Πεισίστρατος», όπου έγραφε: «Εχω την ψυχολογία της καρφωμένης σημαίας. Και τα καρφιά με εμποδίζουν να παλταγίσω ελεύθερα στον αέρα (...). Τα δέντρα χειρονομούν ατέλειωτα και μιλάν πράσινες λέξεις (...). Τον θάνατο τον φοβάμαι, σε παρακαλώ ας μην πεθάνω, πώς μπορώ να γίνω αθάνατος;(...). Και κρυμμένος πίσω από το κεφάλαιο «Βασιλιάς της Καρθαγένης» έγραφε: «Ο Πεισίστρατος είναι το μεγάλο μου βήμα, το μεγάλο και το πρώτο. Θα τον ξαναγράψω από την αρχή και θα τον απλώσω, θα τον κάνω καλύτερο και φοβερότερο, γιατί έτσι πρέπει να γίνει, γιατί αλλιώς θα πεθάνω. Θα τον αλλάξω». Δυστυχώς δεν... πρόλαβε ο Γιώργος Χειμωνάς να δει τον κόσμο που ονειρευόταν, ώστε να μπορέσει να γράψει έναν άλλο «Πεισίστρατο»...
Μετά τις σπουδές και τη στρατιωτική θητεία του ο Γ. Χειμωνάς κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι, με διατριβή στη νέα τότε ειδικότητα της Νευροψυχολογίας, την οποία εισάγει και στο ελληνικό Πανεπιστήμιο, στο οποίο διορίζεται μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1966, ανοίγοντας παράλληλα και ιατρείο. Από δεκάξι χρόνων και μέχρι τέλους ο Γ. Χειμωνάς ήταν «μανικός» λαξευτής των φανερών και κρυφών νοημάτων της λέξης, εξερευνητής της ιστορίας, φιλοσοφίας και μνήμης που εμπεριέχει η λέξη, ακαταπόνητος «θεράπων» του Λόγου. «Καλλιεργητής» του κάλλους και της ουσίας του Λόγου - λογοτεχνικού, δοκιμιακού, επιστημονικού για τη Νευροψυχολογία, αλλά και του καθημερινού λόγου. ΠΗΓΗ: ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

Σχόλια