Το τελευταίο σημείωμα-δύο κριτικά σημειώματα



"Το τελευταίο σημείωμα"



Θα ήθελα πολύ να βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να θεωρείται το παρακάτω κείμενο "κριτική ταινίας". Όμως, ο σκοπός του δεν είναι αυτός.

της Εύας Μάντζαρη
Θα ήθελα πολύ να βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να θεωρείται το παρακάτω κείμενο "κριτική ταινίας". Όμως, ο σκοπός του δεν είναι αυτός. 
Είναι η άποψη μίας απλής σινεφίλ απ' τη μία, και εμπλεκόμενης με αυτά που ευγενώς αποκαλούμε "κοινά", από την άλλη, με αφορμή την καινούρια ταινία του Παντελή Βούλγαρη "Το τελευταίο σημείωμα" που προβάλλεται στους κινηματογράφους της επικράτειας. Αλλά και για τη συζήτηση που αυτή έχει δημιουργήσει.
Μια υπόκλιση της Τέχνης στους 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής
Η ταινία ως καλλιτεχνικό δημιούργημα στο σύνολο της είναι εξαιρετική. Τα κινηματογραφικά στοιχεία, το σενάριο των Βούλγαρη -Καρυστιάνη, οι ερμηνείες, η φωτογραφία συνθέτουν ένα σκηνικό που αποπνέει τον απαραίτητο σεβασμό για το γεγονός που αφηγείται. Οι ερμηνείες των Ανδρέα Κωνσταντίνου, Αινεία Τσαμάτη και της Μελίας Κράιλινγκ αποδεικνύουν πως το θέατρο και ο κινηματογράφος μπορεί και πρέπει να έχει χώρο για νέους καλλιτέχνες.
Φυσικά, η μουσική του The Boy συνέθεσε κάτι που φαίνεται να είχε ανάγκη να αναδείξει η ταινία.
Ότι την ιστορία μπορούμε να την κουβαλάμε μέσα μας. Πως την ιστορία των "παλιών" μπορούμε να τη δούμε με τα δικά μας μάτια. Κι αν αυτό δεν βγαίνει πηγαία, "μας το σερβίρει στο πιάτο" αρκετά όμορφα. Και για την καλλιτεχνική ευστοχία της ταινίας, δε νομίζω πως μπορούν να υπάρξουν πολλές αμφιβολίες. Η συνολική αισθητική της ικανοποιεί και τους πιο απαιτητικούς.
Ας πιάσουμε, όμως, το τι αφηγείται. Αφηγείται την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του '44, ένα απ' τα τελευταία κρεσέντο βίας στην Ελλάδα, πριν ξεκινήσει η υποχώρηση των Ναζί σε Ελλάδα και Ευρώπη. Κεντρικός χαρακτήρας ο Ναπολέων Σουκατζίδης.
Εγώ είναι η αλήθεια, πρώτη φορά άκουσα αυτό το όνομα στο Ηράκλειο. Είχα την τύχη να ακούσω και μια παλιά ΕΠΟΝίτισσα να αφηγείται ιστορίες με τον Σουκατζίδη, όταν μεγαλώνανε στο Ηράκλειο, πριν ξεκινήσει το γαϊτανάκι των εξοριών. Ύστερα, ένα από τα βιβλία που "οικειοποιήθηκα" απ' την πατρική βιβλιοθήκη, ήταν "Ο κύκλος των ματαίων πράξεων" του Σπύρου Τζόκα, όπου στις σελίδες του βρίσκει κανείς και καμιά, να χτίζεται μπροστά στα μάτια του το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, να παίρνουν μορφή οι σκελετωμένοι κρατούμενοι, να ακούγονται οι φωνές των βασανιστηρίων και οι γερμανικές ιαχές. Και η ίδια η ιστορία του Σουκατζίδη.
Πρόκειται για εκείνες τις ιστορικές μορφές που άμα μάθεις γι' αυτές, τα κατορθώματα τους, το πείσμα και την ατέρμονη αγάπη που έκφραζαν με την ίδια τους τη ζωή για τη ζωή, παίρνεις και συ δυο πόντους μπόι παραπάνω.
Όλα όμορφα και καλά, λοιπόν...
Βρίσκω, όμως, κάπου εδώ ένα αγκάθι.
Αναρωτιέμαι, μπορούμε να φορτωθούμε το τίμημα που έχει η απεύθυνση αυτής της ιστορίας σε μεγάλο κομμάτι κόσμου, εις βάρος των πεπραγμένων; Δε σταθώ στο αν γράφτηκε ή ειπώθηκε η λέξη "κομμουνιστές" στην ταινία, για τους 200 που πήγαιναν για εκτέλεση. Η ιστορική αλήθεια, βάσει των ντοκουμέντων, δηλώνει ότι τα αντίποινα για τη δολοφονία του Διοικητή των Ες Ες Λακωνίας από αντάρτες, στόχευαν τους κατοίκους της περιοχής στη Σπάρτη και 200 κομμουνιστές. Στην ίδια ανακοίνωση εγγράφεται ότι για το κακούργημα αυτό "Έλληνες εθελοντές" (αγανακτισμένοι πολίτες μάλλον θα ήταν κι αυτοί) "εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς". Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι το επίκεντρο της ταινίας, δεν ήθελε να ήταν αυτό, κι γι' αυτό υπήρξε κάποιους είδους "οικονομία".
Σε άλλα σημεία, η μυθοπλασία της ταινίας, χτίζει στοιχεία όμορφα και, ίσως, απαραίτητα. Για παράδειγμα, το γλέντι της τελευταίας νύχτας, μπορεί να μην είναι κάποια πραγματική παράθεση, δίνει, όμως, ουσιαστικό ρυθμό στην ταινία και σε αυτούς κι αυτές που απευθύνεται.
"Η λεβεντιά είναι μια πληγή που πάντα αίμα τρέχει Ω Θε μου πώς βαστά εκείνος που την έχει."
Η μαντινάδα αυτή είναι πολυτραγουδισμένη στην Κρήτη, πολλές φορές για όλους τους λάθος λόγους, αλλά εν προκειμένω, αυτό δε μας αφορά. Είναι από τις αγαπημένες του Δημήτρη "Χαϊνη" Αποστολάκη, και είναι κάτι που, μαζί με άλλα, δε το κρύβει όπου σταθεί κι όπου βρεθεί, και έχει βρεθεί να την τραγουδάει στις πιο "χρήσιμες" στιγμές. Η αλήθεια είναι πως κι εγώ από τότε που την πρωτάκουσα, είναι λες και την βλέπω έκτοτε καθημερινά στον κόσμο γύρω μου.
Κόσμος που προσπαθεί να βρει μια άκρη, να μη χάσει τα μυαλά του. Να μη χάσει την αξιοπρέπεια του. Να προσπαθεί να στέκεται όρθιος στα θέλω του, στα όνειρα του και σε αυτά που έχει ανάγκη να ζήσει ο ίδιος και οι αγαπημένοι του. Είναι εκεί που η επίκληση στο θείο, φαίνεται να είναι η μόνη σωτηρία και η μόνη κινητήριος δύναμη. Εμείς φυσικά δεν είμαστε, ακριβώς, αυτής της "σχολής".
Η γεμάτη με νέους και νέες κινηματογραφική αίθουσα μου έφερε στο νου, ποια μπορεί να είναι η δικιά μας "σχολή". Μπορεί να είναι η ιστορία που κουβαλάμε μέσα μας. Αυτοί είναι οι δικοί μας νεκροί. Και είναι δικοί μας, όχι λόγω καταγωγής (γιατί "βρίσκεσαι από τη μεριά της ιστορίας που βρίσκεται το αίμα σου"), αλλά όσο κουβαλάμε μέσα μας αυτή τη δύναμη και αυτά τα ιδανικά, γίνεται εμφανές ότι δε θα τελειώσει ποτέ αυτή η ιστορία, όπου το δίκιο της ζωής και το άδικο του θανάτου θα συνεχίζουν να συγκρούονται.
Είναι το κόκκινο νήμα που τρέχει ανά τους αιώνες και βρίσκει το καθένα και τη καθεμιά σε θέση μάχης. Δυστυχώς, ο χρόνος τελειώνει για το πόσο οι εμπλεκόμενοι και οι εμπλεκόμενες, που ζήσανε τη θηριωδία αυτή του φασισμού και του πολέμου θα είναι ανάμεσα μας, επομένως η εξιστόρηση τους είναι πολύ αναγκαία για την κοινωνική και ιστορική μνήμη, που μπορεί να μας σώσει από ατυχή "ευτράπελα".
Είναι πολύ αναγκαίο να δούμε αυτές τις ζωές και μέσα απ' τις δικές μας. Ένας βάναυσος οικονομικός πόλεμος χρόνια τώρα έχει πλακώσει τις ζωές μας. Άλλοι πόλεμοι (αν και δικοί μας είναι κι αυτοί οι πόλεμοι), γεννάνε καραβάνια προσφυγιάς που φτάνουνε στην πόρτα μας και η ανθρώπινη κρίση μπαίνει σε δρόμο να αντιδράσει: αν θα σηκώσει το χέρι να χτυπήσει ή αν θα απλώσει το χέρι να βαστάξει κάποιον που μπορεί να χάνεται σ' αυτή τη δίνη.
Ο πορτοκαλί τοίχος
Το πιο δραματικό στοιχείο όμως, είναι εκείνος ο πορτοκαλί τοίχος. Εκείνος ο τοίχος που γέμισε ανθρωπιά και δύναμη σε εκείνη την εκτέλεση. Και δε ξαναυπήρξε πιο δυνατή στιγμή, απ' όταν Έλληνας πρωθυπουργός βρέθηκε να αποδώσει φόρο τιμής. Και ναι, αυτό είναι το πιο δραματικό.
Ένας πρωθυπουργός που βασίστηκε στην ψυχή της Αριστεράς, με όλο το φορτίο που αυτή κουβαλά, σήμερα συνεχίζει ανενόχλητος μία κτηνωδία καθημερινά, για Έλληνες και ξένους, νίπτοντας τας χείρας του απέναντι στους κυρίαρχους. Κάθε ευκαιρία δοθείσας, βέβαια, μπορεί να "ξεπλένεται" στις κολυμπήθρες της Αριστεράς, εδώ κι κει, απ' την Μακρόνησο ως την Καισαριανή, σε μία θλιβερή απόπειρα να προϊδεάσει το τι θα γράψει η Ιστορία.
  Η Ιστορία, όμως, ξέρουμε ότι γράφεται από τους ισχυρούς. Και επειδή η επίκληση της είναι το φετίχ της Αριστεράς, ίσως με αφορμή αυτήν την ταινία ιστορικού ενδιαφέροντος, αν όχι περιεχομένου, να μπορέσουμε να δούμε πως ίσως πιο πολύ σημασία έχει σήμερα να ζήσουμε την ιστορία που θέλουμε. Μία ιστορία που θα γράψει στο σήμερα και το τώρα, πως όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίσοι και ίσες, πως δεν υπάρχουν ζωές μικρότερης ή λιγότερης σημασίας, και πως αυτό μπορεί να είναι η μόνη σημαία μας.
Η καθημερινή, μικρή και μεγάλη μάχη, είναι το ομορφότερο εργαλείο, που όσο κι αν παλεύει το σύστημα να πετσοκόψει, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, στο σχολείο, δε μπορεί να μας το πάρει. Ένα χαμόγελο, ένα χέρι που βοηθά, ένα χέρι που αντιστέκεται στο χέρι που που πάει να χτυπήσει.
Αυτός είναι ο δικός μας κόσμος.
Και είναι κόκκινος,
Σα λιβάδι από παπαρούνες.
Και έτσι κανένα σημείωμα, δε θα μπορεί να είναι πραγματικά το "τελευταίο".

ΠΗΓΗ: BRIGADA

Το Τελευταίο Σημείωμα

του Νικήτα Φεσσά
Η νέα ταινία του Παντελή Βούλγαρη, η οποία θα μπορούσε να ιδωθεί ως μέρος μιας ανεπίσημης ‘‘κομμουνιστικής’’ τετραλογίας (μαζί με το Χάππυ Νταίη, τα Πέτρινα Χρόνια, και το Ψυχή Βαθιά) είναι αφιερωμένη στους εκτελεσθέντες της Καισαριανής.
Eνώ ο Κόκκινος Στρατός ανακαταλαμβάνει την Οδησσό, την ίδια στιγμή στην Ελλάδα μαρτυρικοί εξαθλιωμένοι αιχμάλωτοι και αιχμάλωτες αντιστασιακοί στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου (και αλλού) περιμένουν καρτερικά, εν έτει 1944, να μάθουν εάν θα μεταφερθούν ακόμα πιο μακριά από τα αγαπημένα τους πρόσωπα, εάν θα βασανιστούν, ή εάν θα εκτελεστούν από τους Ναζί.
Πώς μπορεί να αναπαραστήσει/απεικονίσει κανείς ένα τέτοιο, σχεδόν αβάσταχτα θλιβερό, αλλά και υπερβατικό γεγονός; Και επίσης, πώς γράφει κάποιος ένα κριτικό κείμενο για αυτήν την αναπαράσταση; Οι τυχόν συζητήσεις περί ερμηνειών (που είναι στο σύνολό τους καλές), ή τεχνικών θεμάτων (η παραγωγή είναι επίσης άρτια, ενώ μνείας αξίζει το επιτελείο πίσω από τα κουστούμια, τα σκηνικά, τη φωτογραφία και το μοντάζ, που όλα στέκονται στο ύψος των περιστάσεων—παραφωνία τα κακά ελληνικά στον υποτιτλισμό των γερμανικών κομματιών, όπου μπέρδεψαν τους χρόνους του ρήματος “παραβαίνω” με αυτούς του “παρεμβαίνω”) και θεμάτων ύφους περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στο μεγαλειώδες του γεγονότος και της ιστορίας/Ιστορίας.
Ο Βούλγαρης έρχεται ξανά να γράψει το δικό του προσωπικό, συγκινητικό, φορτισμένο σημείωμα προς στους νεκρούς κομμουνιστές της Καισαριανής, λέγοντάς τους ότι η δολοφονία τους δεν ήταν μάταιη και δεν θα ξεχαστεί (όλα τα ονόματα των εκτελεσμένων αναφέρονται πριν από τους τίτλους τέλους), και ότι η ζωή τους μας εμπνέει.
Είναι ένα σημείωμα επίκαιρο όσο ποτέ, τη στιγμή που οι ακροκεντρώοι αξιωματούχοι και γραφειοκράτες της νεοφιλελεύθερης ηγεσίας της Ε.Ε. αποπειρώνται να ξαναγράψουν την Ιστορία εξομοιώνοντας επίσημα κομμουνισμό και ναζισμό ενώ παράλληλα χαριεντίζονται με τους φασίστες της Ουκρανίας, και επίσης τη στιγμή που η κυβερνώσα, όψιμα νεοφιλελευθερίζουσα Αριστερά στην Ελλάδα κατηγορείται ότι ξεπλένει τους ντόπιους Ναζί φωτογραφιζόμενη μαζί τους στο Καστελόριζο και αλλού, για να επισκεφτεί αμέσως μετά, εν είδει τουρισμού, τη Μακρόνησο. Μια τέτοια χυδαία ισοπεδωτική μεταμοντέρνα στάση απέναντι στην Ιστορία, και απέναντι σε τόπους, μέρη, και ονόματα σίγουρα αποτελεί έναν δεύτερο, συμβολικό θάνατο που έπεται του βιολογικού για τα πραγματικά πρόσωπα πίσω από τους πρωταγωνιστές της ταινίας του Βούλγαρη. Εδώ έγκειται και η αξία της παρέμβασης του δημιουργού την παρούσα στιγμή.
Η σχεδόν καθαγιασμένη, εξαϋλωμένη φιγούρα του πρωταγωνιστή, συνδικαλιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη (Ανδρέας Κωνσταντίνου), που εκτελεί χρέη διερμηνέα, και που αρνείται μέχρι την τελευταία στιγμή να σώσει τον εαυτό του γιατί αυτό θα σημαίνει ότι γίνεται ‘‘ένα τίποτα’’, όπως λέει (με τα ίδια λόγια περιέγραφαν τη διαδικασία της ‘‘δήλωσης μετανοίας’’ οι κομμουνιστές στη Μακρόνησο), δεν αντιστοιχεί τόσο σε ολοκληρωμένο χαρακτήρα, όσο σε Ιδέα, ή σε ποίημα του Λόρκα για το αδούλωτο αριστερό φρόνημα και την αυθάδεια  της ζωής μπροστά στην κακουχία και τον θάνατο.
Αντίστοιχα, ο σαδιστής Γερμανός διοικητής Fischer (André Hennicke) είναι καρμπόν-αντίγραφο του Christoph Waltz στο Inglorious Basterds, μια καρικατούρα. Τόσο αυτός, όσο και o πρωταγωνιστής θα έρθουν αντιμέτωποι με αδύνατα διλήμματα κατά τη διάρκεια της ταινίας. Ωστόσο, όπως θα φανεί, μόνο του δεύτερου θα είναι αυθεντικό, με την έννοια του ότι μόνο ο κομμουνιστής Σουκατζίδης θα επιλέξει να ενεργήσει σαν ελεύθερος άνθρωπος.
Όπως ήδη επισημάνθηκε, ο Βούλγαρης, μαζί με την Ιωάννα Καρυστιάνη με την οποία συνεργάζεται ξανά στο σενάριο μετά τη Μικρά Αγγλία και τις Νύφες, δεν στοχεύουν σε ένα ντοκιμαντερίστικο, αποστασιοποιημένο ή κλινικό ύφος και προσέγγιση, αλλά αγκαλιάζουν το θέμα τους σε όλον του λυρισμό, δεν ενδιαφέρονται για την μπαναλιτέ του Κακού, αλλά για το Κακό (και το Καλό) στις μυθικές τους διαστάσεις. Το δε τάιμινγκ (εθνική επέτειος του ΟΧΙ) της πρεμιέρας της ταινίας στις αίθουσες έρχεται να θυμίσει ότι τα τραύματα του παρελθόντος είναι εδώ, όσο και εάν η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθεί να τα καλύψει: όπως αναφέρει ένας από τους χαρακτήρες στην ταινία, ο Μεταξάς κράτησε φυλακισμένους τους κομμουνιστές που ήθελαν να πολεμήσουν στο Μέτωπο.
Ο Βούλγαρης είναι ξεκάθαρος εδώ: ‘‘κομμουνιστής ως το τέλος’’, λέει αγέρωχος ένας από τους ηλικιωμένους χαρακτήρες ενώ κοιτάζει τον θάνατο χωρίς μαντήλι στα μάτια, όπως ήταν η τελευταία επιθυμία εκείνου και των συντρόφων του, οι οποίοι μας μαθαίνουν ότι το κρίσιμο (υπό το φως που μας προσφέρει και η εκ των υστέρων γνώση των γεγονότων που επακολούθησαν – συμφωνία Βάρκιζας, σε διεθνές επίπεδο η πτώση του Τείχους, περεστρόικα, και εν τέλει η κατάρρευση του ‘Υπαρκτού’, κ.ό.κ. ) είναι να διατηρηθεί ζωντανή η ιδέα του κομμουνισμού, ακόμη κι όταν κάποια ή κάποιος πολεμάει μια μάχη που έχει ήδη χαθεί.  Ή μήπως όχι;
Αθάνατοι, λοιπόν.

ΠΗΓΗ: Νόστιμον ήμαρ
https://youtu.be/-IQ1Lg7JUaM

Σχόλια