Δική μου η επανάσταση, 100 χρόνια μετά




Δική μου η επανάσταση, 100 χρόνια μετά

                                                                              Του Κυριάκου Κατζουράκη
Το κείμενο που ακολουθεί στηρίζεται σε ομιλία στην εκδήλωση Τέχνη και Πολιτική τον Οκτώβρη, που έγινε στον κινηματογράφο Αλκυονίς στις 22 Νοεμβρίου 2017.

  Σε κάποια πρόσφατη ομιλία για τη Ρώσικη Πρωτοπορία που ήμουν θεατής, ο ομιλητής ξεκίνησε μαχητικότατα: «δεν είναι μία η πρωτοπορία, είναι πολλές, άρα μιλάμε για τις ρώσικες πρωτοπορίες κι όχι για τη μία».


  Είναι αδύνατο να καταλάβει κάποιος την Ρώσικη Πρωτοπορία στις τέχνες χωρίς να κοιτάζει κατάματα την επαναστατική ατμόσφαιρα μιας εποχής που έδωσε όψη στο κομμουνιστικό όραμα. Αυτό απέκρυπτε η διατύπωση αυτού του ομιλητή.

  Οι ζωγράφοι, οι ποιητές, οι μουσικοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμενοι, ο καθένας και η καθεμιά με το δικό τους τρόπο, που διαμορφώθηκαν στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, κυρίως όμως τα χρόνια 1905 - 1930, με τα έργα τους κατέγραψαν και εξέφρασαν εκείνη την απίστευτη περίοδο, τη γεμάτη ελπίδες, ήττες, ερμηνείες της έννοιας δημοκρατία, εξουσία, ανατροπή, συλλογικότητα και επανάσταση. Ελευθέρωσαν τη σκέψη, μια ελευθερία με ανοιχτά όρια που φτάνει μέχρι σήμερα να εμπνέει από τις γραφικές τέχνες και την αρχιτεκτονική, μέχρι τη φιλοσοφική ανάλυση της επαναστατικής διαδικασίας, που ακόμα μετά από 100 χρόνια δεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της.

  Ανολοκλήρωτη επανάσταση; δεν είμαι ιστορικός αλλά δεν νομίζω ότι είναι θέμα που αφορά μόνον τους ιστορικούς, όταν μια τόσο δυνατή επιρροή εξακολουθεί να λειτουργεί σε όλες σχεδόν τις εκφάνσεις και δομές της Πολιτείας: στον πολιτισμό, στον συνδικαλισμό, στην -  διαστροφική έστω - δημοκρατική διαδικασία, στις κοινωνικές διεκδικήσεις, στην παγκοσμιοποίηση των κινδύνων, στα αιτήματα του τρίτου κόσμου, που αντί να μειώνεται διευρύνεται, για διαγραφή των χρεών του στον διεθνή καπιταλισμό.   

 
Λέει ο Μαγιακόφσκι: «Τον δέχομαι ή δεν τον δέχομαι τον Οκτώβρη; Τέτοιο θέμα δεν υπήρξε για μένα και για τους άλλους φουτουριστές της Μόσχας. Δική μου η επανάσταση». Αυτή η φράση «δική μου η επανάσταση» έχει το πάθος της Στιγμής - με κεφαλαίο  σίγμα  - αλλά, βασικά εννοεί τη «διάρκεια της στιγμής»: την επανάσταση στο διηνεκές.

  Ποτέ η εξουσία δεν επιτρέπει τον έλεγχο της, έτσι αναπτύσσει την τεχνική του ελέγχου της κριτικής πριν να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά. Επιβραβεύει τον έπαινο, μοιράζει πόστα εγκαίρως, τιμωρεί άμεσα το κριτικό βλέμμα προς αυτήν. Πολλοί τεχνοκριτικοί και ιστορικοί και κάμποσοι πληρωμένοι κοντυλοφόροι γράφουν: «Οι καλλιτέχνες της Πρωτοπορίας αγκάλιασαν με ενθουσιασμό την νέα εξουσία».

  Δεν είναι έτσι. Δεν αληθεύει ότι αγκάλιασαν την νέα εξουσία. Μετά το ‘17 κάποιοι την αγκάλιασαν και πολλοί έμειναν με το έργο τους στον άξονά τους, έξω από την εύνοια της εξουσίας. Όχι επειδή διαφωνούσαν με την επανάσταση - ίσως διέβλεπαν κάποιον κίνδυνο στα σπάργανα - υπερασπιζόντουσαν το βασικό τους όπλο την ανεξαρτησία της «έργω/σκέψης» που έχτιζαν όλο το προηγούμενο διάστημα.

  Έτσι δημιουργήθηκαν σχολές, μαχητικές και παθιασμένες, έτοιμες για όλα. Μίση και πάθη, ο ένας έκανε με το έργο του επίθεση στον άλλο. Τα έργα τους ήταν πρωτόγνωρα μανιφέστα. Έφτιαχνε κάποιος Άσπρο και απαντούσε ο άλλος με Μαύρο.
Ο Μάλεβιτς και ο Γκάμπο  εναντίον του Ροτσένκο και του Τάτλιν, οι Σουπρεματιστές εναντίον των Κονστρουκτιβιστών, κάποιοι εξόρκιζαν τον Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό που η κεντρική εξουσία συμπαθούσε και άλλοι έδιναν τη ζωή τους πολεμώντας τον. Οι τεράστιες διαφωνίες τους έχουν κατηγοριοποιηθεί από τους ιστορικούς της τέχνης, αλλά είναι δύσκολο να καταλάβουμε σήμερα την ενέργεια που ανάβλυζε από όλους. Ένοιωθαν τη σημασία της στιγμής που τους έλαχε να ζήσουν και ορμούσαν προς τα εμπρός.

  Ξεκίνησε όμως ο μεγάλος έλεγχος του κράτους κι άρχισε να ματώνει η ατμόσφαιρα. Αυτό το τόσο δημιουργικό σύμπαν των διανοουμένων και των καλλιτεχνών αιχμαλωτίστηκε στον κρατισμό της εξουσίας, με εξορίες, αυτοκτονίες, απομονώσεις, την τεχνητή αδιαφορία - μεγάλο όπλο της εξουσίας - το περιθώριο και ο μαρασμός.

  Η επίθεση του κράτους είχε πλέον στόχους: τις αφηρημένες έννοιες, αλλά και τον ισχυρό μυστικισμό της Ρώσικης παράδοσης.

  Επιπλέουν μερικοί, κυρίως χάρη στον μορφωμένο πολιτιστικό επίτροπο Λουνατσάρσκυ, κι ανάμεσά τους πολλοί γλύφτες της εξουσίας. Το μεγάλο ζήτημα που είχε μπρος του ο Επίτροπος
Λουνατσάρσκυ, ήταν η διαχείριση δυο πυλώνων: τις νέες εκφράσεις/διατυπώσεις που περιέκλειαν τον μοντερνισμό, που αυτός ως πλήρης διανοούμενος διέκρινε με συμπάθεια και από την άλλη το Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό, που κατά τη γνώμη μου, ερμήνευε κάνοντας τεράστια λάθη.

  Έβαζε εν ολίγοις σε δυο καλάθια τεράστιους όγκους που δε χωρούσαν, όχι μόνο στα καλάθια, ούτε καν στη σκέψη του. Ακόμα και σήμερα δεν καταλαβαίνουμε την αδικία στο θέατρο του Στανιλάφσκυ, τον ανθό του παγκόσμιου θεάτρου, το ρόλο του μεγαλόστομου Μέγιερχολντ και πολλά άλλα.

  Το συμπέρασμα είναι ότι και ο πλέον φωτισμένος κρατικός Επίτροπος δεν είναι τίποτα περισσότερο από την εξουσία που προστατεύει τον εαυτό της και τους αυλοκόλακες.

  Σήμερα αυτά μας φαίνονται σχεδόν φυσικά, μοιραία. Όπως φυσικά μας φαίνονται αυτά που ζούμε στη χώρα μας, αυτό το αλλόκοτο κισμέτ που ακυρώνει κάθε μαχητικότητα. Η φράση όμως του Μαγιακόφσκυ «δική μου η επανάσταση», θα μας γεμίζει ενοχή.

  Αυτή είναι η πληροφορία των ιστορικών τέχνης: «Το ΙΝΧΟΥΚ (Ινστιτούτο Καλλιτεχνικής Παιδείας) απέρριψε το σχέδιο σπουδών που είχε εκπονήσει ο Καντίνσκι ως παρωχημένο, αφού στηριζόταν στη διερεύνηση των ψυχολογικών επιπτώσεων των παραμέτρων της καλλιτεχνικής μορφής. Αντί γι’ αυτό αποφάσισαν να θέσουν το "συγκεκριμένο αντικείμενο" ως βάση για ανάλυση και πρακτική "εργαστηριακή" δουλειά. Έτσι, ο Καντίνσκι παραιτήθηκε από το ινστιτούτο και αργότερα εγκατέλειψε οριστικά τη χώρα, φέροντας εν μέρει τη σοβιετική εμπειρία στη Γερμανία από τη θέση του καθηγητή του Μπαουχάουζ».

  Δεν είναι έτσι. Η μισή αλήθεια είναι πιο ψέμα από το ψέμα λέει ο Μπρεχτ

Ο μεγάλος ζωγράφος και δάσκαλος Καντίνσκι είχε το δικό του τρόπο. Πίστευε βαθιά ότι τα συναισθήματα που εκλύονται από το έργο τέχνης είναι το βασικό εργαλείο του καλλιτέχνη, διαφωνούσε με τους κονστρουκτιβιστές και δεν ήθελε να αγκαλιάσει καμία εξουσία. Όπως κι άλλοι πολλοί καλλιτέχνες και συγγραφείς, που κράτησαν στη ψυχή τους και στο μετιέ τους τον γοητευτικό μυστικισμό της χώρας τους, κάποιοι άλλαξαν τελείως, κάποιοι όχι. Όλοι όμως αποτελούν σταγόνες μέσα  στο κύμα που σηκώθηκε να αλλάξει τον κόσμο. Ένα κύμα που ποτέ δεν θα ησυχάσει.

   Και μπαίνει το ερώτημα: Ένα έργο τέχνης μπορεί να αλλάξει τον κόσμο; κανείς δε το πιστεύει, εκτός από μερικούς καλλιτέχνες.

  Οι κριτικοί κατατάσσουν, το κοινό χειροκροτεί ή αποδοκιμάζει, το κράτος συνήθως απαξιώνει την τέχνη ως μη παραγωγική, εκτός της τουριστικής συνεισφοράς της στον κρατικό κορβανά.

  Κάποιοι καλλιτέχνες και διανοούμενοι αποδεικνύουν με το έργο τους ότι ναι, ο κόσμος αλλάζει αν η τέχνη τον περιλαμβάνει και δεν τον αντιμετωπίζει σαν θεατή και καταναλωτή. Ο καλλιτέχνης δεν διορίζεται και δεν είναι ούτε κριτής ούτε εισπράκτορας, είναι γέννημα θρέμμα του κόσμου που κατοικεί κυρίως στο ημίφως.

  Αυτό δείχνει η απίστευτη προσωπογραφία του Ντοβσένκο στην δυναμικά ευαίσθητη και υπέρκομψη ταινία του "Γη". Η ταινία κατοικείται από κανονικούς ανθρώπους. Μία τελείως αντιχολιγουντιανή επιλογή, ενάντια στο αναδυόμενο lifestyle της Δύσης. Ενέπνευσε τον Ιταλικό νεορεαλισμό, πήρε διαστάσεις πέραν των συνόρων. Κατά μία έννοια, έγινε εξαγωγή του πνευματικού μέρους του Οχτώβρη στις χώρες, κυρίως της Δύσης. Ακόμα σήμερα αυτή η φρεσκάδα στα ροζιασμένα πρόσωπα των μουζίκων τρυπάει την οθόνη και φτάνει στη ψυχή μας.  Πόσο ψεύτικη ακούγεται η διατύπωση «σοσιαλιστικός ρεαλισμός», εκεί κατατάσσεται (επίσημα) από τους κατακτητές αυτό το ποίημα. Αυτό το ντοκουμέντο μιας κινηματογραφίας που ακόμα σήμερα ζηλεύουμε, όσοι κάνουμε σινεμά. Η κορύφωση της ταινίας είναι ένα μαγικό μονοπλάνο του πρωταγωνιστή Βασίλυ. Βαδίζει μέσα στη νύχτα και ξαφνικά αρχίζει να χορεύει.
Ένας ύμνος στο ανδρικό σώμα που συστρέφεται, χτυπάει το χώμα - θυμίζει το κρητικό πεντοζάλι - ανοίγει ο θώρακας να αγκαλιάσει το σύμπαν, κι απάνω που αναρωτιέσαι βλέποντας τον τόσο άφοβο: «που πας παλικάρι ωραίο σα μύθος», γίνεται μύθος, δολοφονείται άνανδρα.

  Ο χορός του θανάτου του Βασίλυ, η κοινωνία χωρίς παπάδες, η λιτότητα της φόρμας, οι ρεαλιστικοί χρόνοι, οι μούρες των αγροτών, η σωματοποίηση του θρήνου της γυμνής γυναίκας. Σοσιαλιστικός ρεαλισμός λοιπόν και ξερό ψωμί αν αυτό είναι σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Είναι μόνο μια ετικέτα συνειδητά αντικομουνιστική που βάζει σ' ένα σακί μια ολόκληρη επαναστατημένη εποχή, μια ετικέτα που σέρνεται μέχρι σήμερα σαν ερπετό. Έργα σα τη Γη γίνονται όταν η κοινωνία βρίσκεται σε κίνηση, όταν αφυπνίζεται κι ανοίγει ο εσωτερικός κόσμος των ανθρώπων προς τη μεριά του άλλου, όταν η μιζέρια της υποταγής δίνει χώρο στον κίνδυνο, στην εικονοκλασία, στη φυσική πραγματικότητα, που είναι ο άνθρωπος.

  Ο μαυρισμένος ουρανός έχει διάρκεια. Και ξεκινάει μέσα στη νύχτα το δρόμο για το θάνατο χορεύοντας θριαμβικά. Αυτός λοιπόν ξέρει, ξέρει τα πάντα και δε φοβάται, είναι η αυτοπροσωπογραφία του ίδιου του Ντοβσένκο. Εκείνη είναι η στιγμή που η τέχνη αλλάζει τον κόσμο. Δε θυμάμαι σε πόσες κηδείες δημόσιων ταγών έχω πάει, ποτέ δεν ένοιωσα τόσο βαθιά την γέννηση του καινούριου. Οι σωματικές αντιδράσεις ήταν ίδιες, πεσμένο ηθικό, απώλεια, πόνος, όλα μαζί. Εδώ, την ίδια στιγμή που διώχνεται ο παπάς από την κηδεία, κάποιοι σταυροκοπιούνται, κάποιοι θρηνούν κι άλλοι βαδίζουν προς τα μπρος με ελπίδα για το αύριο. Ο φονιάς περιφρονείται από τους πενθούντες, γιατί ο σεβασμός στον νεκρό Βασίλυ υπερβαίνει το θυμό. Αυτή είναι η κληρονομιά μας.   

  Ο ρητός στίχος του Μαγιακόφσκυ περιέχει τη διάρκεια: Όσο ζω κι αναπνέω, θα συγκρούομαι με το κατεστημένο. Αυτό σημαίνει η φράση «δική μου η επανάσταση». Εγώ την ορίζω, εγώ ο ποιητής είμαι ένας από αυτούς που προσπαθούν να κάνουν πράξη και δράση την ιδέα μιας κοινωνίας όχι μόνο ισότητας και δικαιοσύνης, αλλά μια κοινωνία με όνειρα και οράματα. Η επανάσταση δε σταματά ποτέ. Αυτό είναι το νόημα, αυτή είναι η υποθήκη που φτάνει μέχρι σ' εμάς σήμερα. Αυτό είναι το δικό μας καθήκον.

Στα δύσκολα:

  Μιλάω από την πλευρά αυτού που φτιάχνει, χωρίς να έχει την πλήρη εικόνα του πολιτισμού. Και εδώ θα περιγράψω μονόπλευρα τις δυσκολίες του καλλιτέχνη που στο βάθος της ψυχής του πιστεύει στην επανάσταση αλλά ζει και εργάζεται σε μια κοινωνία θύμα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

  Θα αναφερθώ σε κάποιους καλλιτέχνες που κατά τη γνώμη μου είναι ουσιαστικά επαναστάτες και οι εικόνες που περιγράφω είναι διάχυτες σε πολλούς καλλιτέχνες και διανοούμενους που κατοικοεδρεύουν στο ημίφως. Στη ψυχή τους φωλιάζει το βαθύ νόημα της επανάστασης, το κοινό τους γνώρισμα είναι η περιφρόνηση του lifestyle της εποχής τους

 Τι αισθανόταν ο Λούσιαν Φρόυντ όταν τις τελευταίες μέρες της ζωής του ζωγράφιζε με πάθος έναν άνθρωπο;  Η δίψα του για ζωή είναι μια απάντηση, αλλά αυτός μέχρι τέλους έψαχνε να βρει την ομορφιά μέσα στην ασχήμια. Ίσως πίστευε ότι θάρθει μια μέρα που αυτό θα είναι η κανονική ζωή κι όχι η εμπορική ωραιοποίηση. Αυτή δεν είναι μια επαναστατική σκέψη και διαδικασία;

 Ποια δύναμη περιόριζε τον Τζακομέττι στο μικρό του ατελιέ να σχεδιάζει και να πλάθει φιγούρες μέχρι το τέλος;

  Ακόμα πιο παράξενο: πως επιβίωσε ο Μαξ Μπέκμαν βυθισμένος στην απομόνωση και την κατάθλιψη κατασκευάζοντας εικόνες αχρείαστες στο φασιστικό περιβάλλον;

  Και το έργο του Ντοβσένκο, που έχει τα πάντα, ποιητικό ρεαλισμό, σουρεαλισμό, αφαίρεση, αγάπη στους ανθρώπους, μαγικά μονοπλάνα, τζαμκάτ, εκφραστικό μοντάζ. Τι άλλο τον ενέπνευσε εκτός από την επανάσταση;

  Μας δώρισε μια πλούσια κληρονομιά που δημιούργησε ο ίδιος, όμως σε ένα περιβάλλον που το 1929/30 ήδη ζούσε το μεγάλο αδιέξοδο.

  Το συμπέρασμα είναι ότι, ναι, ζούσε στο αδιέξοδο περιβάλλον αλλά βαθιά μέσα του γνώριζε ότι το έργο του είναι μέρος μιας επαναστατικής διαδικασίας που δεν τελειώνει.

  Στο έργο του "Τσακίστε τους λευκούς με την κόκκινη σφήνα", ο Ελ Λισίτσκι το 1920, επιχειρεί με απλά σχήματα να μεταδώσει τη σύγκρουση των δύο δυνάμεων στην επαναστατημένη Ρωσία, χωρίς να χρησιμοποιεί την παράδοση της λαϊκής περιγραφικότητας, αλλά με την αμεσότητα του συμβολισμού - της άλλης μεγάλης προεπαναστατικής παράδοσης. Η λαϊκή τέχνη κι ο συμβολισμός είναι τα δυο μεγάλα κανάλια της Ρώσικης παράδοσης. Και σε τι διαφέρει ο συμβολισμός της κόκκινης σφήνας από το σύμβολο του χριστιανικού σταυρού; και τα δυο είναι σύμβολα.

  Την απάντηση τη δίνει ο Μάλεβιτς σε όλο του το έργο και ειδικά στα έργα με την εμμονή στο σταυρό: η διαφορά δεν είναι στο περιεχόμενο αλλά στη «φόρμα που αλλάζει το περιεχόμενο», εκεί που ο σταυρός απαλλάσσεται από το θρησκευτικό βάρος και ταυτόχρονα θέλει να αποτίσει τιμή στην ιστορία του. Δηλαδή ανατροπή χωρίς ύβρη.

  Η ύβρις είναι η απαραίτητη αποφασιστικότητα της επανάστασης τη στιγμή που εκρήγνυται. Και φυσικά έχει την αντίστοιχη διάρκεια!

  Δηλαδή οι άνθρωποι αυτοί βάλανε τις βάσεις στο θέμα της ταυτότητας. Είχανε να διαχειριστούν δυο ισχυρούς Πυλώνες: τη λαϊκή παράδοση και τον συμβολισμό.

  Το αξιοθαύμαστο είναι ο σεβασμός στην παράδοση της πατρίδα και στην ιστορία τους που εμπεριέχεται στα έργα τους τα οποία ταυτόχρονα θεμελιώνουν τον μοντερνισμό! (Στα δικά μας χωράφια, αυτό μας έκανε να καταλάβουμε τον μοντερνισμό του Τσαρούχη,
του Γκίκα, του Παπαλουκά, του Μαλέα και πολλών ποιητών του περασμένου αιώνα. Όποιος αντιλαμβάνεται  την έννοια της ταυτότητας περιλαμβάνει στη δομή της σκέψης του την ιστορία κάποιων ξεχασμένων από την κυρίαρχη ιδεολογία, διανοητών και καλλιτεχνών).

  Αφήστε τους καλλιτέχνες λοιπόν να κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς εμπόδια και έλεγχο. Η τέχνη από τη φύση της είναι ανατρεπτική έλεγε ο Πικάσο, αλλά μην τους φοβάστε. Λέω αυτή τη φράση, όχι διεκδικώντας την ανεξαρτησία μου, αυτή ξέρω δεν υπάρχει, είμαι κι εγώ δέσμιος στη χώρα μου που αργοβυθίζεται χωρίς σταματημό στο πηγάδι.

  Κι απάνω δε χορεύει κανένας Βασίλυ, κανείς δεν χορεύει, μόνο τα Μέγαρα και τα μεγάλα Πολιτιστικοïμπεριαλιστικά Ιδρύματα ανθρώπων που πλούτισαν και εξαγοράζουν την υστεροφημία τους στήνοντας  την ψευδαίσθηση - γιατί μόνο ψευδαίσθηση είναι - της ευφορίας και της ανάπτυξης.



ΠΗΓΗ: κομμον

Σχόλια