Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς



Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς
Του Θανάση Σκαμνάκη

  Κάτι όμοιο δεν μαρτύραγε κανείς από την καταβολή του κόσμου. Ούτε οι συγκρούσεις των Τιτάνων, ούτε οι Διγενήδες όπως έλεγαν τα παλιά τραγούδια, ούτε οι αιματηρές μάχες των ηλεκτρονικών παιχνιδιών μπορούσαν να συγκριθούν μ’ ό,τι έγινε εκείνη τη φορά.

  Στις φαντασιακές οθόνες δεν προβλήθηκε ποτέ τέτοιος αδυσώπητος αγώνας.

  Η είδηση μεταδόθηκε γρήγορα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και γρήγορα μαζεύτηκε πολύς κόσμος στην αγορά. Όχι μονάχα οι γνωστοί θαμώνες των δημοσίων θεαμάτων, όχι μονάχα οι περίεργοι κι οι αργόσχολοι, οι εργαζόμενοι στην αγορά και οι περίοικοι.

  Απ’ όλη την πόλη, απ’ όλες τις πόλεις, απ’ όλο το γνωστό και τον άγνωστο κόσμο, άρχισαν να κατεβαίνουν μεγάλοι, μικροί, γυναίκες, άντρες, μαθητές και δάσκαλοι. Να δουν το ανεπανάληπτο.

  Παράτησαν στη μέση τις τηλεοπτικές σειρές και τον αγώνα στο γήπεδο. Και στα «ηλεκτρονικά» δεν έμεινε ψυχή. Το διαδίκτυο έψαχνε, αλλά δεν έβρισκε πια επικοινωνία.



  Κι εκείνοι που δεν ήρθαν να δουν με τα μάτια τους δεν ήταν αμέτοχοι. Έφτανε ως τ’ αυτιά τους ο αχός, οι φωνές των μαχητών, τα αχ του κόσμου. Κράταγαν την ανάσα τους για να ακούν τον αέρα, τι σημάδια στέλνει.

  Οι νοικοκυρές δεν μπορούσαν να κανονίσουν πόση ώρα χρειάζεται να βράσει το ρύζι, οι σταθμάρχες έμειναν να κοιτούν τα ακίνητα λεωφορεία, μάταια τα εμπορεύματα περίμεναν προς εκφόρτωση, ένας ήλιος αμφέβαλλε αν πρέπει να δύσει.

   Διακοπή χρόνου.

  Ο Χρόνος είχε εμπλακεί σε σκληρό καβγά. Μία αναμέτρηση για όλες.



  Γενιές τώρα μάτωνε τον τόπο. Ανίκητος κι αδιαμφισβήτητος.

  Διέκοπτε συχνά τις προθεσμίες, έδινε πίστωση σ’ αχρείαστους, σε περιττούς να πούμε, και απαιτούσε επιμόνως από άλλους την εξόφληση πριν από την ορισθείσα ημερομηνία.

  Έκοβε όποτε ήθελε τη ροή της ζωής και τη διαδρομή πολύτιμων ανθρώπων, καμιά φορά των πιο πολύτιμων, έπαιρνε αυθαίρετα δοσίματα, νέες ζωές, προκαλούσε πανικό με διαρροές εντέχνως διοχετευμένες για έκτακτη φορολογία στο διαθέσιμο καιρό.

  Ξόδευε αλόγιστα το αγαθό που έκλεβε κι έκλεβε ακόμα πιο πολύ για να ξοδεύει.

  Ο πόνος κι η αγωνία που προκαλούσε δεν άφηναν τους ανθρώπους σε ησυχία, να σκεφτούν, να σχεδιάσουν το μέλλον, να ονειρευτούν τη ζωή τους.

  Όλοι, υποτελείς και επισφαλείς, είχαν μοναδική ιδέα τη ματαιότητα. Τίποτα δεν αξίζει, τίποτα δεν μένει.





  Ήταν τότε που οι μικροί αντάρτες της επαναστατικής αίρεσης «οι πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς» έβαλαν στο νου τους την ιδέα μιας ανατροπής του καθεστώτος.

  Για να ξαναβάλουν τα πράγματα σε νέα θέση, να μοιράσουν στους ανθρώπους με νέο τρόπο τη διαθέσιμη ζωή.

  Κι αποφάσισαν μια από τις απελπισμένες αναμετρήσεις εκείνων που κουβαλάνε μέσα τους το μυστήριο σημάδι της αποκοτιάς.

  Που δεν παίρνουν υπόψη τους συσχετισμούς. Εις πείσμα.

  Δεν τους νοιάζει να χάνουν στους αγώνες, ίσως και να το επιδιώκουν. Λένε πως έτσι μένει το ίχνος, μια προσθήκη πάνω στ’ άλλα.

  Στο μικρό δούναι και λαβείν των ημερών, των τόσων ημερών, στον υπολογισμό του κέρδους και ακόμα περισσότερο στο λογαριασμό των πιθανοτήτων, αντιπρότειναν το μάταιο, το περιττό, το «από χέρι χαμένοι».

  Γι’ αυτό έστησαν ενέδρες πάνω στα περάσματα του Χρόνου. Να προκαλέσουν την τύχη τους.

  Επέλεγαν την αναμέτρηση και τη σφοδρή πιθανότητα της ήττας για να ξαναδέσει ο κρίκος, να ενωθούν το πριν και το μετά, να ξαναβρεί το χαμένο νόημα η επιθυμία.

  Να απελευθερωθούν οι άνθρωποι από το Χρόνο, από τον εκβιασμό και τα δεσμά του θανάτου.

                

                                                         2.



    Όπως γίνεται πάντα, οι καιροσκόποι, οι υποτελείς και οι λιγόψυχοι καταριούνται τους αντάρτες γιατί χαλάνε την τάξη.

Κυκλοφορούν στις γειτονιές, τρυπώνουν στις γωνιές των σπιτιών, στα καθημερινά καταφύγια των ανθρώπων, εισβάλλουν στους εφιάλτες τους. Καρφώνουν κάθε κίνηση που πέμπει στην αντίληψή τους.

Εισχωρούν στο ακροατήριο του αγώνα και διαδίδουν ηττοπαθείς σκέψεις, διαβρώνουν σαν σιγανή βροχή τις συνειδήσεις. Εντέχνως ακρωτηριάζουν κάθε ελπίδα που γεννιέται στους απελπισμένους.

Έστελναν στο Χρόνο πεσκέσια και υποκλίσεις, να τον εξευμενίσουν, να του αποδείξουν πως δεν συμμερίζονται τις αποκοτιές και πως είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν.

Πιστεύοντας πως θα γλιτώσουν την οργή και επιπλέον πως έτσι θα κερδίσουν μερικές στιγμές ζωής.



…………………………………………………………………………………………………..

3.



   Έμειναν σκεφτικοί. Δεν έφτανε ο ενθουσιασμός. Ανέμιζαν όλη μέρα την αποκοτιά και τ’ απόβραδο αναλογίζονταν σιωπηλοί τι θ’ απογίνει τόσος απελευθερωμένος άνεμος. Στα ματάκια τους έπαιζε μια έγνοια σαν όλοι οι αιώνες να περίμεναν την απόφασή τους.

  Παιδιά ήταν! Όλος ο κόσμος κρεμόταν απ’ αυτούς. Πώς να τον βαστήξουν;

  Ξημέρωσαν πάνω στο αίμα του σταφυλιού, στη ζάλη και στο μεθύσι της ζωής τους.

  Δεν διεκδικούσαν να ορίζουν την ανατολή, αλλά να ξέρουν πού δύει ο ήλιος. Μουρμούριζαν τα βαριά τραγούδια για τη μοίρα. «Η ψυχή μας αλλιώτεψε...»

Τα παιδιά. Οι απεσταλμένοι.

Πίετε εξ αυτού πάντες.





  Βάδισαν πολύ καιρό σε λευκό τοπίο, χωρίς σημάδια να ιούς οδηγούν. Τα παλιά ίχνη τα έσβησαν χιονοθύελλες. Δεν ήξεραν, συχνά, αν κυκλώνουν το ίδιο σημείο.

  Μετανόησαν πολλές φορές για το εγχείρημα. Αλλά και πίσω να γυρίσουν δεν μπορούσαν. Τα ξαφνικά ανοίγματα του καιρού, κάποιες ασήμαντες νίκες, επέτρεπαν μόνον την υπόμνηση της αιθρίας. Αιώνες που περιπλανήθηκαν μες στην ομοιομορφία του χιονιού έμαθαν να ξεχωρίζουν τις αποχρώσεις του άσπρου, να αντιλαμβάνονται τη σημασία του ασήμαντου, τα όσα είχαν περάσει απαρατήρητα, τα νεύματα του αέρα.



  Οι παλιοί έφερναν στο νου τους όλες τις ματαιώσεις.

  Πόσες φορές βγήκαν στ’ αντάρτικα! Και την κατάλληλη στιγμή, λίγο πριν φτάσουν, πάντα κάτι γινόταν. Τους εγκατέλειπαν οι δυνάμεις τους, δεν επαρκούσαν οι εφεδρείες, κάποιοι έκαναν επεμβάσεις. Και το θαύμα που πίστεψαν δεν έγινε. Γι’ αυτό έπαψαν πια να πιστεύουν.

  Οι επενδεδυμένες προσδοκίες δεν απέδωσαν καρπούς, με αποτέλεσμα να απολεσθεί και το επενδυθέν κεφάλαιο.

  Σώματα κυκλοφορούσαν έκτοτε χωρίς περιεχόμενο, στις γυμναστικές επιδείξεις οι σχηματισμοί και οι ασκήσεις χάλαγαν από ανεπαίσθητες αιτίες, αν, παραδείγματος χάριν, φύσαγε αύρα.

  Όταν συναντιόνταν κούναγε ο ένας το κεφάλι του στον άλλο σαν κάτι να ’θελε να πει, κάτι να εννοήσει, σαν κάτι να σκεφτόταν που όμως δεν θυμόταν, δεν ήξερε πια τι ήταν.

  Κενό στη μνήμη, κενό στη σκέψη.

  Άμυνα στις απώλειες.

  Μάλωναν μονάχα με το μέσα τους, πίστευαν μονάχα ασήμαντες υποσχέσεις. Όλα πια μπορούσαν να συμβούν. Το χειρότερο είχε γίνει και το καλύτερο είχε ματαιωθεί.

  Κανείς δεν έκατσε να σκεφτεί πώς. Δεν ανέλυσαν τις αιτίες.

()ι ειδικοί αναλυτές δραπέτευσαν, οι αρχηγοί τέθηκαv υπό αυστηρή επιτήρηση συνείδησης, οι υπόλοιποι έμειναν «ελεύθεροι», περιφραγμένοι σε τέσσερις ορίζοντες, ο ουρανός δεν είχε επεκτάσεις.



  Η τιμωρία ήταν βαριά για ένα όνειρο.

  Τι περιμένουν, λοιπόν, τώρα σ’ αυτή τη στροφή της εποχής, ανάμεσα σε κορμιά νεκρά εκείνων που άξιζαν και σε ανθρώπους που έζησαν λαθραία, χωρίς ούτε ένα όνειρο δικό τους, χωρίς ούτε ένα πάθος, μια σημαία, ένα κρυφό σημάδι;

Πιστοί πάντα αλλά μόνοι μέσα σε τόσο κόσμο.

Να απαγγέλλουν τους στίχους μιας άλλης ήττας.

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων

στρατιωτών

Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα

Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια

στους δρόμους[1]

  Τι περιμένουν σαν συνωμοτικό ραντεβού που άργησε και κινδυνεύει από στιγμή σε στιγμή να το επισημάνουν αι διώκτες;

  Τι  περιμένουν στις διασταυρώσεις, όταν φυσάει σκληρός αέρας απ’ όλα τα κενά της ψυχής τους, απ’ όλες ο μπούκες που έμειναν απροστάτευτες όταν χαθήκαν οι στρατιώτες τους;



  Τι περιμένουν χωρίς φόβο, χωρίς πόνο, χωρίς χρόνο, χωρίς μετά;

  Τι περιμένουν, λοιπόν, και μετράνε αντίστροφα τον καιρό σαν να πλησιάζει κάποια μέρα που έχει οριστεί;



  Όμως, σαν η ιστορία να ξεκινάει πάντα από την αρχή. Τα παθήματα δεν ήταν αρκετά να ματαιώσουν τα σχέδια των μικρών ανταρτών. Αν ήταν να ζήσουν μια ήττα, ήθελαν να είναι η δική τους.



  Τα παιδιά, οι ποιητές του ανυπάρκτου.                    



  Και ξανάπιαναν το μαγγάνι. Ανέβαζαν φως από τα έγκατα. Σε μικρά κομμάτια, να μην το δουν απότομα και τυφλωθούν, να μην το χορτάσουν, μην το βαρεθούν.

  Ξανάρχισαν τις περιπολίες στην αστροφεγγιά, ακρίτες στην πιο μακρινή μνήμη.

  Οι πόλεις ξανάπαιρναν υπόσταση κι οι ναυαγοί βρίσκαν το δρόμο για το σπίτι.


4.

  О Χρόνος κήρυξε το όνειρο εκτός νόμου.

Τις νύχτες τα περίπολα διέκοπταν τον ύπνο.

  Παιδιά δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνων, που παραβίασαν τις απαγορεύσεις, τα συνέλαβαν και τα εκτελέσανε, πάνω στο όνειρο. Διά της ανακοπής του χρόνου.

  Έπρεπε να κοινωνήσουν το θάνατο. Αναπότρεπτα.

  Κι αυτά, ανεξίτηλα σημαδεμένα από τις απώλειες, έκοψαν τους κάβους.

Έκλεψαν μια σημαία της Ύδρας, μια σκισμένη του αγνοημένου Καρατζά και μια από το ντουλάπι της μάνας τους. Βγήκαν στην πειρατεία.

  Λήστευαν χρονοαποστολές, μπήκαν στα τερματικά και απέσυραν χρονοκαταθέσεις. Άρπαζαν ημέρες, μήνες, χρόνια και έκαναν αναδιανομή των αποταμιεύσεων του χρόνου. Έβαζαν νέα αξιολογική σειρά. Ποιος είναι απαραίτητος, ποιος όχι, ποιος χρειάζεται την πίστωση χρόνου, τίνος πρέπει να διακοπεί.


……………………………………………………………………………



Αποσπάσματα από το βιβλίο του Θανάση Σκαμνάκη "Οι μικροί πολέμιοι του χρόνου και της φθοράς" εκδόσεις ΣΤΑΧΥ










[1] Μανώλης Αναγνωστάκης ς: «Μιλώ ...», Τα ποιήματα 1941-1971, Εκδ. Στιγμή.

Σχόλια