«Ο Γιάννης ο φονιάς»



«Ο Γιάννης ο φονιάς» και η προσέγγιση του Ελευθερίου
Γράφει ο Μάνος Ορφανουδάκης
Το 1976 ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις και ο στιχουργός-ποιητής Νίκος Γκάτσος κυκλοφορούν το δίσκο Αθανασία, έναν από τους σπουδαιότερους δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας.
Αρχικά ο Χατζιδάκις ήθελε, για δικούς του λόγους, να κυκλοφορήσει ο δίσκος χωρίς να αναγράφει το όνομά του αλλά με ψευδώνυμο! Όμως μετά από πολλές συζητήσεις και παρακάλια ο παραγωγός του δίσκου Γιώργος Μαρκάκης τον πείθει να χρησιμοποιήσει το όνομά του και ο συνθέτης υποχωρεί λέγοντας ότι δέχεται κάτι τέτοιο μονάχα αν τραγουδήσει και η Δήμητρα Γαλάνη. Ο δίσκος κυκλοφόρησε από την Columbia το 1976 με ερμηνευτές τον Μανόλη Μητσιά και τη Δήμητρα Γαλάνη. Στον δίσκο ξεχωρίζει το τραγούδι αναφοράς «Ο Γιάννης ο φονιάς», το οποίο ερμηνεύει ο Μανόλης Μητσιάς. Στο βιβλίο «Είναι αρρώστια τα τραγούδια» (Εκδόσεις Καστανιώτη 2002) ο Μάνος Ελευθερίου μας δίνει τη δική του ενδιαφέρουσα προσέγγιση στο κείμενο του Νίκου Γκάτσου. Ακολουθούν χαρακτηριστικά αποσπάσματα της προσέγγισης του Μάνου Ελευθερίου:
  Γιάννης (ο φονιάς) της ζωής μας, του Νίκου Γκάτσου […] 

Ο Γιάννης ο φονιάς, παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη.
Προχτές την Κυριακή μετά απ’ τη φυλακή επέρασ’ απ’ το σπίτι.
Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα
μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα.
Μονάχα το Φροσί με δάκρυ θαλασσί στα μάτια τα μεγάλα.
Του φίλησε βουβά τα χέρια τ’ ακριβά και βγήκε από τη σάλα.
Δεν μπόρεσε κανείς τον πόνο της ν’ αντέξει
κι ούτε ένας συγγενής να πει δεν βρήκε λέξη.
Κι ο Γιάννης ο φονιάς στην άκρη της γωνιάς με του καημού τ’ αγκάθι.
Θυμήθηκε ξανά φεγγάρια μακρινά και τ’ όνειρο που εχάθη


"Όλα λέγονται τηλεγραφικώς αλλά με σπάνια κρυστάλλινη διαύγεια. Ο κορμός του είναι τρία εξάστιχα και δύο τετράστιχα λειτουργούν ως ρεφρέν. Στα εξάστιχα οι δύο πρώτοι στίχοι μαζί με τον τέταρτο και τον πέμπτο είναι εξασύλλαβοι. Ο τρίτος και ο έκτος επτασύλλαβοι. Στα τετράστιχα (ρεφρέν) εξασύλλαβοι στίχοι είναι ο πρώτος και ο τρίτος και επτασύλλαβοι ο δεύτερος και ο τέταρτος. Σύνολο στίχων είκοσι έξι. Τι να προλάβεις να πεις και πως ν’απλωθείς με τέτοιους περιορισμούς, αφού κάθε εξασύλλαβος στίχος (δεκάξι από τους είκοσι έξι) μοιάζει με μια αναπνοή; […] 

Η αρχή της ιστορίας είναι λαχανιαστική. Όλα πρέπει να ειπωθούν γρήγορα για να φτάσουμε στο σημείο της συνάντησης των ηρώων, δηλαδή στην κλασσική σκηνή που παραπέμπει στις περιλάλητες συναντήσεις και «αναγνωρίσεις» των ηρώων της αρχαίας τραγωδίας. Με μα διαφορά: εδώ δεν θα δοθεί η λυτρωτική λύση. Η τραγωδία έχει ήδη συντελεστεί για όλα τα πρόσωπα. Εκείνοι που θα σηκώσουν στο εξής το βάρος των αναμνήσεων είναι ο φονιάς και το Φροσί, η γυναίκα-φάντασμα. Σ’ αυτό το κρίσιμο όμως σημείο της συνάντησης φονιά και συγγενών (του;) δε θα δοθεί καμία εξήγηση. […]ούτε ευθύνες θα ζητηθούν από κανέναν ούτε θα του δοθούν παράσημα. Το πιο σημαντικό: όλα θα γίνουν μέσα στην απόλυτη ΣΙΩΠΗ. […] Ήδη από την πρώτη κιόλας λέξη υπάρχει μετέωρο με την παρουσία του αλλά άφαντο το θύμα του φόνου. […] Πουθενά στο τραγούδι δεν γίνεται έστω και νύξη για το πώς βγήκε από τη φυλακή, αν πήρε χάρη, για παράδειγμα, ή εξέτισε ολόκληρη (πόση άραγε;) την ποινή του.. […]
  Για να κάνει όμως αυτή την εσπευσμένη επίσκεψη στο μοιραίο σπίτι, σημαίνει ότι ο κύριος λόγος της πράξης του μόνο αυτό τούτο το σπίτι αφορούσε, πως για χάρη κάποιου και για την τιμή και την υπόληψη κάποιου απ’ αυτό το σπίτι έγινε το φονικό και πως ο φονιάς δεν είχε καμία αναστολή και καμία τύψη.
  Άραγε πόσο «συγγενής» ήταν με το Φροσί για να «θυμάται ξανά/φεγγάρια μακρινά» και μέχρι ποιο σημείο είχαν προχωρήσει οι σχέσεις τους, είτε συγγενικές είτε όχι. Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
  Ο φόνος έγινε (με μαχαίρι άραγε ή με περίστροφο;) πιθανότατα για να ξεπλύνει μια βαριά προσβολή. Ίσως να σκότωσε κάποιον αντίπαλο-εκβιαστή ή μόνο εκβιαστή ή μόνο περαστικό εραστή που λάκισε ύπουλα και άνανδρα και δεν κράτησε το λόγο του – αυτά είναι λίγο παρατραβηγμένα, αλλά δεν έχω λόγους να τ ’αποκλείσω, όπως δεν αποκλείω, με κάθε επιφύλαξη, και το φόνο για πολιτικούς λόγους ή το φόνο με ταπεινά ελατήρια – δεν πήγαινε στην ψυχολογία του Γκάτσου κάτι τέτοιο, όπως δεν θ’ άντεχε τη «βεντέτα» ως δίκαιη παράδοση.. […]
  Το Φροσί, έχει όλη τη συμπάθεια εκείνου που μας ιστορεί τα καθέκαστα και ο φονιάς όλο τον συγκρατημένο ανείπωτο θαυμασμό του. […] Η μόνη «πράξη» που συντελείται μετά τα κεράσματα του γλυκού και της μέντας είναι να σκύψει (δεν λέγεται αλλά εννοείται) και να φιλήσει δημοσίως και αμίλητη τα χέρια του «τ’ ακριβά», που ωστόσο έπραξαν ένα φόνο.. […]
  Στο σκηνικό του σπιτιού υπάρχει μόνο μία σάλα υποδοχής και είναι το κεντρικό μέρος όπου θα δοθεί η τελική λύση χωρίς να ειπωθεί κουβέντα στο μαρτύριο του σιωπηλού φονιά, μπροστά στους σιωπηλούς συγγενείς και στο «βουβό» Φροσί. Νομίζω ότι τέτοια κορυφαία δραματουργική σκηνή μόνο ο Γκάτσος κατόρθωσε στα χρόνια μας, αρματωμένος καθώς ήταν με τόση θεατρική φόρτιση και παιδεία. Δεν γίνονται και δεν γράφονται εύκολα τέτοια πράγματα και νομίζω ότι τέτοιο τραγούδι δεν θα ξαναγραφτεί τουλάχιστον για τα χρόνια που μας απομένουν… […]
  Το τέλος του μονόπρακτου – γιατί για θεατρικό μονόπρακτο πρόκειται, που ξεπερνά την «αφασία» των δαιμονικών μονόπρακτων του Σάμιουελ Μπέκετ – είναι σύντομο κι αυτό, καμωμένο από τους ίδιους λιγοσύλλαβους, λαχανιαστικούς στίχους.
  Ο Γιάννης, από την «άκρη της γωνιάς» του όπου κάθισε μαζεμένος (άλλη μια σκηνική υπόδειξη του Γκάτσου), ανακαλεί σιωπηλός ακόμη μια φορά, αλλά μπροστά σε μάρτυρες, στη μνήμη του το χαμένο όνειρο της αγάπης, χωρίς παράπονο και χωρίς πια να διεκδικεί τίποτα. Εκείνο το σπαρακτικό «θυμήθηκε ξανά / φεγγάρια μακρινά / και τ’ όνειρο που εχάθει» σημαίνει απλούστατα ότι «αυτό» ήταν που τον κατέτρωγε όλα τα βασανισμένα χρόνια μέσα στη φυλακή, ότι «αυτή» η ανάμνηση της οριστικά χαμένης ευτυχίας του θα τον κατατρώγει στο εξής και «αυτό» θα ανακαλεί διαρκώς…
  Ο ποιητικός πρόγονος του «Γιάννη του φονιά» Κατευθείαν ποιητικός «πρόγονος» του «Γιάννη του φονιά» έχω τη γνώμη ότι είναι «Το μεσολογγίτικο» (1914), ένα από τα πιο ευτυχισμένα ποιήματα του Μιλτιάδη Μαλακάση και της ελληνικής ποίησης. Ιδού το κατά τη γνώμη μου ιχνογραφημένο πειστήριο της κληρονομιάς. Αναδημοσιεύω το ποίημα αφαιρώντας αυθαίρετα τα «γεμίσματα» που παρεμβάλλονται ανάμεσα στις «δύο πράξεις» του.


ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΚΟ
Η κόρη ενός θαλασσινού κ’ ενός λιμνιώτη η αδερφή
κ η μοσκοθυγατέρα
τραγουδισμένης με καημούς μάνας που στάθηκε κορφή
στη νύχτα και στη μέρα,
τι με τ’ άστρι παράβγαινε και θάμπωνε τον ήλιο –
της Κυρ’ Αννιώς η Μπίλιω
πρώτη μου αγάπη, αυγερινός, μου μήνυσ’ ως ξανάρθα εδώ,
πρι’ φύγω πάλε πίσω
για την ερμιά, την ξενιτιά, να πάω μια μέρα να τη δω,
να δη α θα τη γνωρίσω!…
Χηράμενη της ερωτιάς, κι απ’ την παλιά καταλαλιά,
στο πατρικό ρημάδι,
στα μαύρα και στα σκοτεινά, σαν την κεραυνωμένην ελιά,
την ηύρα το άλλο βράδυ,
που και στ’ αχνό της πρόσωπο μαντεύονταν μονάχα,
θαμπά και νυχτομάχα,
σημάδια του καλού καιρού, τα μυγδαλάτα της τα δυό –
που να μπορούσα να ‘σκυβα, δροσιά την πίκρα τους να πιω! –
στα δάκρυα βουτηγμένα,
για κείνη και για μένα!…
Από τον τίτλο κιόλας του ποιήματος του Μαλακάση, «Το μεσολογγίτικο», έρχεται και η πρώτη νύξη, καθώς παραπέμπει κατευθείαν στον γενέθλιο τόπο των γονιών του Γιάννη του Γκάτσου, αφού είναι «παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη»

ΤΟ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΤΙΚΟ Η κόρη ενός θαλασσινού κ’ ενός λιμνιώτη η αδερφή κ η μοσκοθυγατέρα τραγουδισμένης με καημούς μάνας που στάθηκε κορφή στη νύχτα και στη μέρα, τι με τ’ άστρι παράβγαινε και θάμπωνε τον ήλιο – της Κυρ’ Αννιώς η Μπίλιω πρώτη μου αγάπη, αυγερινός, μου μήνυσ’ ως ξανάρθα εδώ, πρι’ φύγω πάλε πίσω για την ερμιά, την ξενιτιά, να πάω μια μέρα να τη δω, να δη α θα τη γνωρίσω!... Χηράμενη της ερωτιάς, κι απ’την παλιά καταλαλιά, στο πατρικό ρημάδι, στα μαύρα και στα σκοτεινά, σαν την κεραυνωμένην ελιά, την ηύρα το άλλο βράδυ, που και στ’ αχνό της πρόσωπο μαντεύονταν μονάχα, θαμπά και νυχτομάχα, σημάδια του καλού καιρού, τα μυγδαλάτα της τα δυό – που να μπορούσα να 'σκυβα, δροσιά την πίκρα τους να πιώ! – στα δάκρυα βουτηγμένα, για κείνη και για μένα!...
Πηγή: www.musicpaper.gr

  Από τον τίτλο κιόλας του ποιήματος του Μαλακάση, «Το μεσολογγίτικο», έρχεται και η πρώτη νύξη, καθώς παραπέμπει κατευθείαν στον γενέθλιο τόπο των γονιών του Γιάννη του Γκάτσου, αφού είναι «παιδί μιας Πατρινιάς κι ενός Μεσολογγίτη». […]
  Στο ποίημα του Μαλακάση, έχουμε την παράλληλη μικρή ιστορία ενός άνδρα και μιας γυναίκας που έζησαν χωρισμένοι κάποιο διάστημα (χωρίς όμως να αναφέρονται οι λόγοι, αλλά που υπονοούνται), βλέποντας και οι δύο τη ευτυχία του έρωτά τους να χάνεται μέσα από τα χέρια τους. Ξανασμίγουν για λίγο πριν ξαναχωρίσουν και αυτό το «λίγο» είναι το ποίημα. Η Μπίλιω ζει σ’ ένα σπίτι-φυλακή και ο άλλος, χωρίς όνομα, στην ξενιτιά, που για πολλούς είναι χειρότερη από τη φυλακή. Άλλωστε το ίδιο πιθανότατα θα μπορούσε να συμβεί και με τον Γιάννη το φονιά, καθώς θα φεύγει από το σπίτι, αποχαιρετώντας το Φροσί και συγγενείς. Όχι αναγκαστικά σαν μια πράξη αυτοκαταστροφής αλλά σαν τη μόνη διέξοδο που είχε να διαλέξει. […]
  Το κακό είναι ότι και για τα τέσσερα πρόσωπα υπάρχει μια φυλακή στον αέρα. Ο Γιάννης θα σέρνει μαζί του τη φυλακή που πέρασε, ο ανώνυμος του Μαλακάση θα σέρνει μαζί του τη φυλακή της ξενιτιάς του και όσο για τις δύο ηρωίδες, Μπίλιω και Φροσί, είναι σίγουρο ότι θα μείνουν κλεισμένες σ ένα ρημάδι σπίτι, σαν σε φυλακή. […]
  Στα χαρακτηριστικά του προσώπου της πρωταγωνίστριας τους και οι δύο ποιητές αναφέρουν μόνο τα μάτια. Τα μάτια της Μπίλιως στον Μαλακάση είναι δακρυσμένα και μεγάλα και τα παρομοιάζει με δύο αμύγδαλα. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στον Γκάτσο. Στον Μαλακάση «τα μυγδαλάτα της τα δυο», στον Γκάτσο «τα μάτια τα μεγάλα». […]
  Δε μου φεύγει από το μυαλό ότι ο Γκάτσος πρέπει να κονταροχτυπήθηκε μ’ αυτό το ποίημα του Μαλακάση, ότι επεζήτησε να το ξεπεράσει κι ακόμη ότι ο ίδιος συνειδητά έφερε τα βήματά του απέναντι σ’ έναν γερά αρματωμένο αντίπαλο ομότεχνο του και χωρίς αφορμή (και δεν είναι νόμιμη αφορμή άραγε η ποιητική δημιουργία; δεν είναι θεμιτή η ανταγωνιστικότητα;) εξώθησε τα πράγματα σε μια μονομαχία, στήνοντας απέναντι από τους πύργους του Μαλακάση τους δικούς του πύργους με τις πολεμίστρες. Το ίδιο άλλωστε έκανε και ο Διονύσιος Σολωμός (για να σταθώ μόνο σε μερικές κορυφές) με τον Φάουστ του Γκαίτε, το ίδιο ο Καβάφης με τον Πλούταρχο και την Ιστορία, το ίδιο ο Σαίξπηρ παίρνοντας αυτούσιους τους μύθους από τον Πλούταρχο, το ίδιο οι αρχαίοι τραγικοί από τον Όμηρο. «Εις τους θεούς ευρίσκονται τα πέραν»…
  «Ο Γιάννης ο φονιάς» του Ζαχαρία Παπαντωνίου Δεν μου φεύγει όμως από το μυαλό και το εξαίσιο «παιδικό» ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Η κατάρα του πεύκου», ενσωματωμένο στη συλλογή του “Τα χελιδονάκια” (1920, μεταγενέστερος οριστικός τίτλος της συλλογής “Παιδικά τραγούδια”) που ανθολογήθηκε σε πολλά σχολικά αναγνωστικά βιβλία της... […] Ιδού τηλεγραφικά, ο παράλληλος μύθος που κυκλοφορεί για τον ήρωα, τον Γιάννη από το Πουρνάρι (της Θεσσαλίας; της Μακεδονίας; της Φθιώτιδας; της Αχαΐας; του νομού Ηλείας δίπλα στον Γκάτσο;) Ο χωρικός Γιάννης, λοιπόν, από το Πουρνάρι επί δύο χρόνια πελεκούσε ανελέητα με το τσεκούρι του έναν τεράστιο πολύχρονο πεύκο για να πουλά το ρετσίνι του. Την τρίτη χρονιά έκανε την αστοχία και τον γκρέμισε για να πουλήσει την ξυλεία του. Ο πεύκος τον καταράστηκε. Και ο Γιάννης, παρόλο που προχωρούσε μήνες και χρόνια, έμενε πάντοτε στην ίδια θέση. Στο ποίημα του Παπαντωνίου βρίσκεται και το μοιραίο επίθετο που μας ενδιαφέρει: Γιάννης φονιάς." 
Μάνος Ελευθερίου 1995-1997
* Ακούστε την παρακάτω την ανέκδοτη ερμηνεία του κομματιού από τη Φλέρυ Νταντωνάκη από ηχογράφηση για το Τρίτο Πρόγραμμα τη δεκαετία του '80


Σχόλια