Η «γήρανση μέσα στη γήρανση» στην Ελλάδα την περίοδο της κρίσης



Η «γήρανση μέσα στη γήρανση» στην Ελλάδα
την περίοδο της κρίσης

 Μαρί-Νοέλ Ντυκέν*, Δημήτριος Καρκάνης**
1. Η δυσμενής θέση της Ελλάδας μεταξύ των 28 κρατών-μελών της Ε.Ε.
Το φαινόμενο της διαρκούς και δυσανάλογης αύξησης του «υπέργηρου» πληθυσμού (80 ετών και άνω) αποτελεί μια από τις συνιστώσες του δημογραφικού προβλήματος στην Ελλάδα. Οι κοινωνικοοικονομικές συνέπειες της υπεργηρίας είναι πολλαπλές.
Ειδικότερα, η εξυπηρέτηση των αυξημένων αναγκών του πληθυσμού αυτού σε υπηρεσίες απαιτεί τόσο την καταλληλότητα όσο και τη διαθεσιμότητα των απαραίτητων ανθρώπινων πόρων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Το παρόν άρθρο εμβαθύνει στην αποτύπωση της έντασης της υπεργηρίας, σε συνδυασμό με την εξέλιξη του πληθυσμού σε ενεργό ηλικία στο επίπεδο των Νομών της Ελλάδας, προκειμένου να αναδείξει τα πρότυπα χωρικής διαφοροποίησης της συν-εξέλιξης μεταξύ των δύο αυτών ηλικιακών ομάδων κατά την περίοδο 2007-2016.
Η χώρα μας συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. με τους υψηλότερους δείκτες «υπεργηρίας» (λόγος του πληθυσμού ηλικίας 80 ετών και άνω προς τον πληθυσμό 65 ετών και άνω).. Το ζήτημα της γήρανσης και κατ’ επέκταση, της σχετικής συρρίκνωσης του εν δυνάμει οικονομικά ενεργού πληθυσμού (15-64 ετών), αναδεικνύεται μέσω των επίσημων εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ως μία από τις βασικότερες απειλές για τη μελλοντική επιβράδυνση της οικονομικής μεγέθυνσης στην Ευρώπη (European Commission, 2014). Η «γήρανση μέσα στη γήρανση», όπως θα μπορούσε να χαρακτηριστεί διαφορετικά η υπεργηρία, δε θα πρέπει να μελετάται ανεξάρτητα από την εξέλιξη των υπόλοιπων δημογραφικών τάσεων. Η ταχύτερη αύξηση του πληθυσμού άνω των 80 ετών, σε σχέση με την εξέλιξη των υπόλοιπων πληθυσμιακών ομάδων, όπως για παράδειγμα ο πληθυσμός σε ενεργό ηλικία, θα μπορούσε δυνητικά να προκαλέσει σημαντικές ανισορροπίες με άμεσο αντίκτυπο στην αναπτυξιακή πορεία της χώρας, τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο.
Ο δείκτης υπεργηρίας, δηλαδή ο λόγος του πληθυσμού ηλικίας 80 ετών και άνω προς τον ηλικιωμένο πληθυσμό (65 ετών και άνω), αναδεικνύει το σχετικό βάρος της τέταρτης ηλικίας στο σύνολο του ηλικιωμένου πληθυσμού. Η Ελλάδα κατέχει τον τρίτο υψηλότερο δείκτη υπεργηρίας μεταξύ των 28 κρατών-μελών της Ε.Ε. (30,6%), μετά την Ισπανία (32,0%) και τη Γαλλία (31,1%) για το 2016. Διαφαίνεται μάλιστα ότι οι υψηλοί δείκτες χαρακτηρίζουν τις μεσογειακές κυρίως χώρες, καθώς η Ιταλία και η Πορτογαλία εντάσσονται στην ομάδα με τις υψηλότερες τιμές του δείκτη (30,3% και 28,7% αντίστοιχα, Γράφημα 1). Αντιθέτως, οι δύο μεσογειακές νησιωτικές χώρες της Ε.Ε. (Μάλτα, Κύπρος), οι δύο χώρες της πρώην Τσεχοσλοβακίας, η Δανία και η Βουλγαρία, εμφανίζουν τους μικρότερους δείκτες υπεργηρίας (21-23%).
2. Οι διακυμάνσεις των δεικτών υπεργηρίας μεταξύ των Νομών της Ελλάδας (2007-2016)
Η σχεδόν καθολική αύξηση των δεικτών υπεργηρίας στους Νομούς οφείλεται στην ταχύτερη αύξηση του υπέργηρου πληθυσμού σε σχέση με αυτήν της ομάδας των 65 ετών και άνω. Η σταθερή αύξηση των δεικτών στην πλειοψηφία των Νομών αποτελεί το κυριότερο χαρακτηριστικό της τελευταίας δεκαετίας. Η μοναδική περίπτωση στην οποία ο δείκτης μειώνεται σταθερά και κυρίως από το 2011 κι έπειτα είναι ο Νομός Δωδεκανήσου, όπου παρατηρείται ταχύτερη αύξηση του πληθυσμού των 65+ σε σχέση με αυτήν των 80+.
Ωστόσο οφείλουμε να επισημάνουμε τις πρόσφατες ενδείξεις στασιμότητας ή μείωσης των δεικτών υπεργηρίας στους περισσότερους νησιωτικούς Νομούς, όπως στις Κυκλάδες, στο Ιόνιο (Ζάκυνθος, Κέρκυρα, Λευκάδα), στο ανατολικό Αιγαίο (Λέσβος, Σάμος, Χίος) και σε 2 από τους 4 Νομούς της Κρήτης (Ρέθυμνο, Χανιά). Στον αντίποδα, την εντονότερη αύξηση εμφανίζουν συνήθως ορεινοί Νομοί όπως η Ευρυτανία και τα Γρεβενά, καθώς επίσης ορισμένοι από τους συνοριακούς Νομούς της Μακεδονίας (Κιλκίς, Δράμα, κ.α.) και ο Νομός Κοζάνης. Γίνεται εμφανές λοιπόν ότι κατά την τελευταία δεκαετία οι περισσότεροι νησιωτικοί Νομοί χαρακτηρίζονται από σταθεροποιητικές - ή ακόμη και πτωτικές - τάσεις του δείκτη, σε αντίθεση με τους ορεινούς Νομούς που εμφανίζουν τις σημαντικότερες αυξήσεις.
Έτσι, το 2016, και πέρα από την αξιολόγηση των τάσεων εξέλιξης των δεικτών, οι υψηλότερες τιμές παρατηρούνται κυρίως σε ορεινούς και απομονωμένους Νομούς της ηπειρωτικής χώρας, όπως είναι οι Νομοί Ευρυτανίας και Γρεβενών, είτε ακόμη οι Νομοί Αρκαδίας και Λακωνίας στην Πελοπόννησο.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των 28 κρατών-μελών της Ε.Ε. με τους υψηλότερους δείκτες υπεργηρίας (2016). Η υψηλή υπεργηρία καθίσταται πλέον ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα κυρίως των νότιων μεσογειακών χωρών. Στο εσωτερικό της χώρας, η τελευταία δεκαετία (2007-2016) χαρακτηρίστηκε από την προοδευτική εξάπλωση των υψηλών τιμών (>25%) του δείκτη υπεργηρίας από τη νότια και κεντρική Ελλάδα προς τις βορειότερες περιοχές. Για το 2016, οι υψηλότεροι δείκτες καταγράφονται σε ορισμένους από τους ορεινότερους Νομούς (Ευρυτανίας, Γρεβενών, Λακωνίας και Αρκαδίας). Η εξέλιξη αυτή οφείλεται προφανώς στην ταχύτερη αύξηση του υπέργηρου πληθυσμού σε σχέση με τις εκάστοτε αυξομειώσεις που παρατηρήθηκαν στον πληθυσμό 65 ετών και άνω ανά Νομό.
Τα ευρήματα της ανάλυσης υπέδειξαν ότι η πρόσφατη αύξηση του υπέργηρου πληθυσμού (80+) εξελίσσεται ανεξάρτητα από τη συγκυρία της οικονομικής κρίσης. Αντιθέτως, η εντονότερη αύξηση του ηλικιωμένου πληθυσμού (65+) καταγράφεται, στην πλειοψηφία των Νομών, από την έναρξη της κρίσης κι έπειτα (2010-2016). Στην αύξηση της δημογραφικής γήρανσης συμβάλλει εκτός από τους «στενούς» δημογραφικούς παράγοντες (αύξηση του προσδόκιμου ζωής και μείωση των γεννήσεων) και η πρόσφατη τάση μετεγκατάστασης στον τόπο καταγωγής τμήματος των ηλικιωμένων κατά τα πρώτα έτη συνταξιοδότησής τους.
Πέρα από τη σταθερή αύξηση του υπέργηρου πληθυσμού στο σύνολο των Νομών, οι σημαντικότερες μεταβολές - όπως ήταν αναμενόμενο - παρατηρούνται κυρίως σε ορεινούς και λιγότερο προσβάσιμους Νομούς της χώρας (Ευρυτανία, Θράκη, νότια Πελοπόννησος, ανατολικό Αιγαίο), όπου οι αυξητικές τάσεις του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας και ειδικότερα του νεότερου πληθυσμού (20-34 ετών) την τελευταία δεκαετία αντιστρέφονται και ο πληθυσμός των ομάδων αυτών μειώνεται (άμεσο αποτέλεσμα αφενός μεν της ταχείας μείωσης των γεννήσεων μετά το 1980, αφετέρου δε του αρνητικού μεταναστευτικού ισοζυγίου της περιόδου 2011-2015 στις ηλικίες αυτές). Η διαπίστωση αυτή αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο το βαθμό ευπάθειας των συγκεκριμένων περιοχών ως προς τη διαθεσιμότητα κινήτρων για τη συγκράτηση των υπαρχόντων ανθρώπινων πόρων κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Η σημαντική μείωση του πληθυσμού στα πρώτα στάδια του επαγγελματικού βίου, σε συνδυασμό με την εντατικοποίηση της «γήρανσης μέσα στη γήρανση»1 θα πρέπει σαφώς να προβληματίσει τους έχοντες την ευθύνη λήψης μέτρων πολιτικής (αναγκαιότητα αναπροσαρμογής των πολιτικών και, κατ’ επέκταση, των κινήτρων προσέλκυσης των «διαφυγόντων» ανθρώπινων πόρων στο εξωτερικό). Το ζήτημα της αναπλήρωσης του πληθυσμού αναμένεται να λάβει ανησυχητικές κοινωνικο-οικονομικές διαστάσεις στο άμεσο μέλλον με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις. Ο «υπέργηρος» πληθυσμός της Ελλάδας θα αυξάνεται συνεχώς την επόμενη εικοσαετία και θα έχει αυξανόμενες ανάγκες σε υπηρεσίες που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον τομέα της περίθαλψης. Κατά συνέπεια, τίθεται επιτακτικά το ερώτημα ως προς το «πώς» θα αναπροσαρμοστεί το οικονομικό μοντέλο τόσο της χώρας, όσο και ειδικότερα των τοπικών παραγωγικών συστημάτων όπου παρατηρούνται οι εντονότερες δυσαναλογίες μεταξύ νεότερου και υπέργηρου πληθυσμού.


 * Καθηγήτρια, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΤΜΧΠΠΑ.
Email: mdyken@uth.gr
** Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ΤΜΧΠΠΑ. Email: dkarkanis@uth.gr
ΠΗΓΗ: Δημογραφικά Νέα, Νο30

Σχόλια