Από το Σικάγο στη Θεσσαλονίκη και από την Καισαριανή στην πλατεία Ταξίμ


1η Μάη: Από το Σικάγο στη Θεσσαλονίκη και από την Καισαριανή στην πλατεία Ταξίμ
«Από το Σικάγο στην Καισαριανή - Ζήτω η 1η Μάη κι η πάλη η ταξική». Μέρα της εργατικής τάξης, σύμβολο του αγώνα της για κοινωνική απελευθέρωση, η Πρωτομαγιά είναι βαμμένη με το αίμα των εργαζομένων στην Ελλάδα και σε όλο τον κόσμο. Από τις ιστορικές Πρωτομαγιές ξεχωρίζουμε την «αφετηρία» της 1ης Μάη το 1886 στο Σικάγο, το «ματωμένο Μάη» του 1936 στη Θεσσαλονίκη και τη θυσία 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την 1η Μάη του 1944.


Μάης 1886: Το 1884, η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας αποφάσισε στο συνέδριό της ότι η 1η Μάη του 1886 θα ήταν μέρα εκτεταμένου απεργιακού αγώνα, με σκοπό την καθιέρωση του οχτάωρου. Την απόφαση αυτή πήρε στα χέρια της η εργατική τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών, την έκανε πράξη, ακόμα και τραγούδι: «Σκοπεύουμε ν' αλλάξουμε τα πράγματα. Όχι πια να μοχθούμε απ' τα χαράματα, ίσα - ίσα μόνο για να ζούμε, να μην έχουμε ποτέ μια ώρα για να σκεφτούμε», τραγουδούσαν οι εργάτες και διεκδικούσαν: «Οχτώ ώρες για εργασία, οχτώ ώρες για ανάπαυση κι οχτώ ώρες για ό,τι θέλουμε».



Η 1η του Μάη ήταν μια θαυμάσια μέρα (…) Ολα ήταν ήσυχα: τα εργοστάσια άδεια, οι αποθήκες κλειστές, τα φορτηγά βαγόνια αχρησιμοποίητα, οι δρόμοι έρημοι, οικοδομές παρατημένες. Δεν έβγαινε καπνός από τα φουγάρα των εργοστασίων και οι μάντρες των ζώων ήταν σιωπηλές.

Ήταν Σάββατο, εργάσιμη μέρα. Όμως οι εργάτες γελώντας, κουβεντιάζοντας και ντυμένοι με τα καλά τους, κατευθύνονταν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, στη λεωφόρο Μίτσιγκαν. Ο δρόμος είχε αποκτήσει ατμόσφαιρα γιορτής. Μεγαλόσωμοι άντρες με κόκκινο σβέρκο, λίγο άβολα μέσα στα έτοιμα ρούχα τους, επαναλάμβαναν με ικανοποίηση: “Όλοι είναι εδώ, στο πλευρό μου. Ακόμα και η γάτα”. Όμως στους πλαϊνούς δρόμους και τις γύρω στέγες η ατμόσφαιρα ήταν απειλητική.

Έξω από τον κύριο όγκο της διαδήλωσης και στους γειτονικούς δρόμους ήταν παραταγμένοι λόχοι αστυνομικών και ειδικών δυνάμεων (…) Σε στρατηγικά σημεία, στις στέγες, ήταν μαζεμένοι αστυνομικοί, Πίνκερτον και αξιωματικοί της εθνοφρουράς, κρατώντας όπλα (…) Στους στρατώνες, 1.350 εθνοφρουροί με στολή, οπλισμό και πολυβόλα περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν (…)

Ο Αλμπερτ Πάρσονς ένιωθε πολύ όμορφα. Περπατούσε μέσα στο ηλιόλουστο πρωινό μαζί με την Λούσι και τα δύο παιδιά του προς τη λεωφόρο Μίτσιγκαν και η καρδιά του φτερούγιζε, καθώς έβλεπε τις χιλιάδες των εργατών να συγκεντρώνονται. Ο Ογκαστ Σπάις, ο καλύτερός του φίλος, με το κίτρινο μουστάκι του να τρέμει από την έξαψη της χαράς, έτρεξε προς το μέρος τους με ένα φύλλο της Σικάγκο Μέιλ. Γύρω στους 340.000 εργάτες διαδήλωναν σε όλη τη χώρα. Περίπου 190.000 είχαν κατέβει σε απεργία. Στο Σικάγο 80.000 απεργούσαν (…)

Η διαδήλωση άρχιζε. Οι χιλιάδες ξεκινούσαν την πορεία και ο καθένας ένιωθε μέσα του τη δύναμη, την τεράστια δύναμη της αλληλεγγύης. Τα παιδιά συχνά έφευγαν από τους γονείς και έτρεχαν μπροστά. Όλοι γελούσαν (…)

Ο Πάρσονς μίλησε για την ακατανίκητη δύναμη της ενωμένης εργατικής τάξης (…) Δεν έγινε αιματοχυσία, ούτε επαναλήφθηκε η Παρισινή Κομμούνα (…)».

Τόσο η επιτυχία της απεργίας, όσο και το γεγονός ότι οι εργάτες δεν έδωσαν το παραμικρό πρόσχημα για καταστολή, είχε εξοργίσει τα αφεντικά και την αστυνομία. Δεν μπορούσαν να «χωνέψουν» μια τέτοιου ηθικού μεγέθους νίκη. Οι αστοί έχουν ένστικτο επιβίωσης και γνωρίζουν πού μπορεί να φτάσουν όλα αυτά. Χρειαζόταν κάτι άμεσο.

Στις 3 Μάη, η αστυνομία πυροβόλησε εν ψυχρώ εναντίον εργατών που διαδήλωναν. Την επομένη, 4 Μάη, έγινε διαδήλωση διαμαρτυρίας στο Χέιμαρκετ, όπου κάποιος προβοκάτορας έριξε βόμβα εναντίον αστυνομικών.

Η αστυνομία εκμεταλλεύτηκε αυτήν την αφορμή και χτύπησε τη συγκέντρωση, ενώ το αστικό κράτος βρήκε την ευκαιρία να συλλάβει τους ηγέτες των εργατών. Συγκεκριμένα, οδηγήθηκαν σε σκηνοθετημένη δίκη οχτώ άνθρωποι. «Κρεμάστε τους πρώτα κι ύστερα τους δικάζετε», ήταν η αξίωση κράτους και αφεντικών. Κι αυτό έγινε, στις 11 Νοέμβρη του 1887, με τους Πάρσονς, Σπάις, Φίσερ και Εγκελ να οδηγούνται στην αγχόνη.

«Αν σας περνάει η ιδέα στα σοβαρά πως με τις κρεμάλες σας μπορείτε να σταματήσετε το κίνημα που εξωθεί εκατομμύρια γονατισμένων από την καταπίεση εργατών στην εξέγερση, είστε, μα την αλήθεια, "πτωχοί τω πνεύματι"». Τα λόγια αυτά του Σπάις στο δικαστήριο, τα επαλήθευσε η πάλη των εργατών. Η πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886 είχε ως αποτέλεσμα 185.000 εργάτες να κερδίσουν το 8ωρο και τουλάχιστον 200.000 εργάτες να μειώσουν το χρόνο εργασίας τους από τις 12 στις 10 και 9 ώρες.

Σε πολλές περιοχές κερδήθηκε η ημιαργία του Σαββάτου, ενώ αρκετές βιομηχανίες σταμάτησαν την κυριακάτικη εργασία. Το 1889 στο Ιδρυτικό της Συνέδριο η Β' Διεθνής αποφάσισε το γιορτασμό της Πρωτομαγιάς ως παγκόσμιας μέρας εργατικών διεκδικήσεων.

Μάης 1936: Οι καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, της Ξάνθης, της Δράμας και της Καβάλας κατέβηκαν σε απεργία ζητώντας την εφαρμογή της συλλογικής σύμβασης. Στην απεργία πήραν μέρος 40.000 καπνεργάτες. Στις 4 του Μάη, η Αστυνομία επιτίθεται σε απεργούς στη Θεσσαλονίκη και τραυματίζεται σοβαρά η εργάτρια Σοφία Κωνσταντινίδου. Δύο μέρες μετά, στη διάρκεια πορείας, φασίστες τραυματίζουν τον εργάτη Κ. Σταματίου. Ο Μεταξάς, που «διέρχεται» τη μέρα εκείνη από τη Θεσσαλονίκη, δίνει εντολή στους αστυνομικούς να διαλύσουν τους απεργούς με κάθε τρόπο.

Στις 8 Μάη ο «Ριζοσπάστης» γράφει: «Η Αστυνομία έδειξε σήμερα καθαρά πως παίζει το ρόλο του υπηρέτη του καπνεργατικού και του άλλου κεφαλαίου. Με αγριότητα και βανδαλισμούς επιτέθηκε κατά των αόπλων καπνεργατών και καπνεργατριών, των υφαντουργών, των μικρών κοριτσιών (12 έως 15 χρόνων) και τους αιματοκύλησε. Επί 3,5 ώρες η Θεσσαλονίκη βρισκότανε σε κατάσταση μάχης, μεταξύ των δυνάμεων της Αστυνομίας και ενός μέρους της εργατικής τάξης. Η στάση της Αστυνομίας έχει εξεγείρει το λαό».

Το Σάββατο 9 Μάη, στην πανεργατική απεργία στη Θεσσαλονίκη παίρνουν μέρος 30.000 απεργοί, με τη συμπαράσταση όλου του λαού. Χωροφύλακες χτυπούν τους απεργούς και σκοτώνουν 9 διαδηλωτές, ενώ τραυματίζουν πάνω από 200. Πρώτος νεκρός είναι ο αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Στις 10 του Μάη ο «Ριζοσπάστης» δημοσιεύει τη φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται η μάνα να θρηνεί πάνω από το νεκρό παιδί της. Ο Γιάννης Ρίτσος, συγκλονισμένος απ' τα γεγονότα, γράφει τον «Επιτάφιο».

Μάης 1944: Δέκα καμιόνια ξεκίνησαν από το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου με προορισμό το Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Μετέφεραν 200 κομμουνιστές κρατούμενους για εκτέλεση, σε αντίποινα για την επίθεση των ανταρτών στην οποία σκοτώθηκε Γερμανός στρατηγός και 3 άτομα από το επιτελείο του, στους Μολάους. Από τους 200, οι περισσότεροι ήταν κρατούμενοι στην Ακροναυπλία και εξόριστοι στην Ανάφη, τους οποίους η μεταξική δικτατορία είχε παραδώσει στους χιτλερικούς.

Ο δρόμος προς το Σκοπευτήριο γέμισε με τα σημειώματα των μελλοθάνατων. «Πρωτομαγιά. Γεια σας. Όλοι πάμε στη μάχη», έγραψε ο Κώστας Τσίρκας. Κι ο Σάββας Σαββόπουλος: «Καλώ τον αδελφό μου με σκληρή δουλειά να προσπαθήσει να ξεπλύνει το κακό που έκανε με τη δήλωση και την αδελφούλα μου να πάρει τη θέση μου στο ΚΚΕ».

Στον κατάλογο των θυμάτων, με τον αριθμό 71, υπήρχε το όνομα του Ακροναυπλιώτη Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Ο Ναπολέων ήταν η ψυχή των κρατουμένων του στρατοπέδου. Τους εμψύχωνε, τους βοηθούσε στην επικοινωνία με τους δικούς τους. Επειδή γνώριζε τη γερμανική γλώσσα, εκτελούσε και χρέη μεταφραστή.

Στο άκουσμα του ονόματός του, επεμβαίνει ο διοικητής του στρατοπέδου: «Όχι εσύ! Όχι εσύ, Ναπολέων!». Αλλά ο Σουκατζίδης δεν ήταν από αυτούς που θα μπορούσαν να ζήσουν σε βάρος των άλλων. «Δέχομαι, κύριε διοικητά, τη ζωή, με τον όρο πως δεν πρόκειται να την πάρω από άλλον κρατούμενο. Μόνο όταν η θέση μου μείνει κενή!», ήταν η απάντηση που έδωσε πριν ακολουθήσει το δρόμο των συντρόφων του.

Το ΕΑΜ, λίγες μέρες μετά, σε ανακοίνωσή του γράφει: «Αν σκύψουμε το κεφάλι, είμαστε χαμένοι. Τα θύματα του αγώνα είναι πολύ λιγότερα από τα θύματα της επιστράτευσης, από τα θύματα της πείνας. Οι κρεμασμένοι και τουφεκισμένοι ήρωες, τα καμένα μας χωριά, φωνάζουν. Μην αφήσετε τη θυσία μας να πάει χαμένη! Μην υποταχτείτε! Αγωνιστείτε για να μη γίνει η επιστράτευση. Αγωνιστείτε για τη ζωή σας. Εκδικηθείτε μας. Αγωνιστείτε για να σταματήσουν οι σφαγές».

Ήταν Κυριακή, 1η Μάη 1977, γύρω στις 6 το απόγευμα και  500.000 διαδηλωτές βρίσκονται στην πλατεία Ταξίμ, όπου πριν λίγο έχει ολοκληρωθεί η ομιλία του προέδρου της DISK (Devrimci İşçi Sendikaları Konfederasyonu/Συνομοσπονδία Επαναστατών Συνδικαλιστών Εργατών), Κεμάλ Τουρκλέρ.

Στην κατάμεστη από κόσμο πλατεία, επικράτησε απόλυτη σιωπή, όταν ο πρόεδρος της DISK ζήτησε από το συγκεντρωμένο πλήθος να κρατήσει ενός λεπτού σιγή στη μνήμη όσων έχασαν τη ζωή τους στους αγώνες για την κατάκτηση και την προάσπιση των εργατικών δικαιωμάτων, όταν ακούγονται πυροβολισμοί.

Την ίδια ώρα, θωρακισμένα οχήματα της αστυνομίας κάνουν την εμφάνισή τους από την Siraselviler και την Istiklal, κλείνοντας ουσιαστικά την έξοδο από την πλατεία και εγκλωβίζοντας το μεγαλύτερο μέρος των διαδηλωτών.

Στις στιγμές που ακολούθησαν επικράτησε τρόμος και πανικός. Κάποιοι διαδηλωτές πέφτουν αιμόφυρτοι, κάποιοι ποδοπατιούνται από το πλήθος που προσπαθεί να απομακρυνθεί από την πλατεία, κάποιοι παρασύρονται από τα οχήματα της αστυνομίας.

Ο απολογισμός βρίσκει νεκρούς 34 διαδηλωτές (Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή. Ανεπισήμως, 42)… 5 από τις σφαίρες των παρακρατικών, 28 ποδοπατημένους από το πλήθος και 1 από τις δυνάμεις καταστολής. Οι τραυματίες είναι εκατοντάδες. (Επισήμως 136. Ανεπισήμως πάνω από 300.) Έκτοτε, απαγορεύτηκαν οι διαδηλώσεις και οι εκδηλώσεις για την Πρωτομαγιά στην πλατεία Ταξίμ. Και όσες φορές προσπάθησαν οι διαδηλωτές να προσεγγίσουν την πλατεία, ήρθαν αντιμέτωποι με τη βίαιη καταστολή. Με μοναδική εξαίρεση την Πρωτομαγιά του 2012.

Οι δράστες της “Ματωμένης Πρωτομαγιάς” δεν βρέθηκαν ποτέ. Διάφορες πηγές ανέφεραν ότι από τη στέγη της Εταιρίας Ύδρευσης, συνελήφθησαν από τη χωροφυλακή περίπου 20 ελεύθεροι σκοπευτές και παρεδόθησαν στην αστυνομία. Ωστόσο, κανένας από αυτούς δεν εμφανίστηκε στα αρχεία της αστυνομίας. Η πληροφορία αυτή προέρχεται από τον εισαγγελέα, Τσετίν Γετκίν, που ερευνούσε την υπόθεση.

Μάλιστα, σύμφωνα με όσα είπε ο εισαγγελέας, ο υπολοχαγός Αμπντουλάχ Ερίμ συνέλαβε και παρέδωσε τους κρατούμενους στους αστυνομικούς Μουχσίν Μποντούρ και Μετέ Αλτάν (ο τελευταίος έργάστηκε στην ασφάλεια ύστερα από το πραξικόπημα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980). Και οι 2 αστυνομικοί αρνήθηκαν κάθε συμμετοχή τους στις συλλήψεις…

38 χρόνια αργότερα, μόνο εικασίες μπορούν να γίνουν για το ποιοι αιματοκύλησαν την πλατεία Ταξίμ εκείνη την Κυριακή, 1η Μάη 1977.

Όλοι καταλαβαίνουν γιατί απαγορεύονται οι διαδηλώσεις στην πλατεία Ταξίμ. Το ιστορικό φορτίο γίνεται πολιτική προτροπή και κάτι τέτοια δεν τα σηκώνει η δημοκρατία της κυρίαρχης τάξης.

Οι Πρωτομαγιές όλου του κόσμου έχουν τους δικούς τους σταθμούς, θυσίες, νεκρούς. Εμείς θέλουμε μια κοινωνία που οι διαδηλώσεις της πρωτομαγιάς θα είναι μόνο για να τιμήσουν τους νεκρούς και την ιστορική μνήμη και όχι να υπάρχει ανάγκη διεκδίκησης αυτονόητων εργατικών διεκδικήσεων. Μια κοινωνία, των ελεύθερων, των ίσων, των διαφορετικών, των αλληλέγγυων Ανθρώπων.
ΠΗΓΗ: Το περιοδικό, Ριζοσπάστης, Provo



Σχόλια