Νέα κλιμάκωση των εξοπλισμών από τις ΗΠΑ. Οι όξυνση των ανταγωνισμών κίνδυνος για την ειρήνη.


Νέα κλιμάκωση των εξοπλισμών από τις ΗΠΑ. Οι όξυνση των ανταγωνισμών κίνδυνος για την ειρήνη.

Μπορεί οι αμυντικές δαπάνες των ΗΠΑ να είναι τετραπλάσιες απ΄ αυτές της Κίνας και 10πλάσιες από τη Ρωσία, ωστόσο δεν είναι πάντα οι αριθμοί που λένε την αλήθεια ισχυρίζονται οι υποστηρικτές της αύξησης του αμυντικού προϋπολογισμού των ΗΠΑ και του λόμπυ του στρατιωτικοβιομηχανικού συμπλέγματος.
Αυτοί λοιπόν ισχυρίζονται ότι οι Αμερικανοί δαπανούν πολλά επειδή έχουν δυνάμεις σε πολλά σημεία του πλανήτη κι αυτό απορροφά πολλά χρήματα. Συνεπώς ο θηριώδης αμυντικός προϋπολογισμός τους δεν έχει να κάνει μόνο με τον εξοπλισμό τους και τη συντήρηση του οπλοστασίου τους.
Για το λόγο αυτό, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις έχουν να αντιμετωπίσουν προβλήματα διαθεσιμότητας και συντήρησης αεροσκαφών τους (ο αριθμός των αεροπορικών ατυχημάτων ήταν ρεκόρ αυτό το έτος) , την έλλειψη πλοίων και άλλα πολλά. Επιπλέον, μετά από χρόνια “πολέμου κατά της τρομοκρατίας”, πρέπει τώρα να ανακτήσουν την τεχνογνωσία του πολέμου υψηλής έντασης. Άλλωστε είναι γνωστή η αντιπαράθεση στα ηγετικά κλιμάκια για τη στρατηγική τους εδώ και πολλά χρόνια: Συμμάζεμα και εκσυγχρονισμός των δυνάμεων με επιλεγμένα χτυπήματα ή παγκόσμια διασπορά και καμιά εστία αμφισβήτησης χωρίς απάντηση με μεγάλο κόστος. Με τον κ. Τραμπ προκρίνεται η δεύτερη.
Η πρόσφατη έκθεση του Πενταγώνου προς το Κογκρέσο είναι αποκαλυπτική σε πολλά σημεία της:
«Η στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών – ραχοκοκαλιά της παγκόσμιας επιρροής της και της εθνικής ασφάλειας – έχει διαβρωθεί σε επικίνδυνο επίπεδο”, είναι ένα από τα βασικά συμπεράσματα.
“Οι Αμερικανοί είναι συνηθισμένοι να πιστεύουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες κάνουν στρατιωτικά ό,τι θέλουν στον κόσμο και δεν καταλαβαίνουν τα προειδοποιητικά σημάδια της διάβρωσης”, προειδοποίησε η Kathleen Hicks, πρώην αξιωματούχος του Πενταγώνου την εποχή Ομπάμα.
Ο επίσης πρώην ανώτερος αξιωματούχος του Πενταγώνου υπό τη διοίκηση Μπους, Eric Edelman προσθέτει:
«Η εστίασή μας στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ στην απώλεια των πλεονεκτημάτων της σε
βασικούς τομείς όπως η προβολή ισχύος, οι δυνατότητες αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας, η άμυνα στον κυβερνοχώρο… Πολλές δυνατότητες που απαιτούνται για τη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων εναντίον αντιπάλων όπως η Κίνα και η Ρωσία έχουν ατονήσει“. Η εν λόγο επισήμανση δεν είναι άσχετη με την κεντρική επισήμανση της National Defense Strategy των ΗΠΑ όπως έχει εγκριθεί πέρυσι και τις θεωρεί στρατηγικούς ανταγωνιστές.
Σύμφωνα με την έκθεση του Πενταγώνου, “η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ δεν είναι πλέον εξασφαλισμένη και οι συνέπειες για τα συμφέροντα των ΗΠΑ και την αμερικανική ασφάλεια είναι σοβαρές… Επιπλέον, οι δυνάμεις των ΗΠΑ θα μπορούσαν να έχουν έναν απαράδεκτο αριθμό θυμάτων σε μια μελλοντική σύγκρουση για να κερδίσει έναν πόλεμο κατά της Κίνας ή της Ρωσίας… Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση που οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναγκαστούν να πολεμήσουν ταυτόχρονα σε δύο ή περισσότερα μέτωπα”.
Που καταλήγουν; Στην ανάγκη αύξησης του αμυντικού προϋπολογισμού κατά 3 έως 5% ετησίως. Και αφού προετοιμάσθηκε έτσι το έδαφος έρχεται ο κ. Τραμπ να υπερθεματίσει και αυτών των απαιτήσεων.
Νέα μεγάλη αύξηση στις στρατιωτικές δαπάνες από το Κογκρέσο θα ζητήσει ο Τραμπ

Το ποσό των 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων ξεπερνά τα 733 δισεκ. που το Πεντάγωνο σκόπευε να ζητήσει για το οικονομικό έτος 2020
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θέλει να ζητηθεί από το Κογκρέσο να εγκρίνει αμυντικές δαπάνες ύψους 750 δισεκατομμυρίων την επόμενη χρονιά, δήλωσε αξιωματούχος της κυβέρνησής του την Κυριακή, προωθώντας έτσι μια νέα μεγάλη αύξηση του προϋπολογισμού του αμερικανικού Πενταγώνου, την ώρα που ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος αναζητεί πεδία για σημαντικές περικοπές δαπανών σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες.
Ο Τραμπ, αντιμέτωπος με το υψηλότερο δημόσιο έλλειμμα της τελευταίας εξαετίας, ζήτησε από τα μέλη του υπουργικού του συμβουλίου νωρίτερα φέτος να του παρουσιάσουν εισηγήσεις για τη μείωση των δαπανών των υπουργείων τους κατά 5%, αλλά οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις θα εξαιρεθούν από το μέτρο.
Το ποσό των 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων ξεπερνά τα 733 δισεκ. που το Πεντάγωνο σκόπευε να ζητήσει για το οικονομικό έτος 2020. Είναι επίσης αισθητά μεγαλύτερο από το ποσό των 700 δισεκ. δολαρίων για το οποίο έκανε λόγο ο Τραμπ τον Οκτώβριο, δηλαδή μια αύξηση 7,14%.
Αξιωματούχος της κυβέρνησης των ΗΠΑ που μίλησε υπό τον όρο να μην κατονομαστεί εξήγησε πως ο υπουργός Άμυνας Τζιμ Μάτις συζήτησε με τον Τραμπ τις τελευταίες ημέρες και αναφέρθηκε στους κινδύνους που θα ήγειρε κατ' αυτόν το να παραμείνουν στάσιμες οι αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες.
Σύμφωνα με αυτόν τον αξιωματούχο, έγινε σαφές στη συζήτηση πως ο Τραμπ θέλει να «επιταχύνει την πρόοδο που έχει σημειώσει η κυβέρνησή του στην ανοικοδόμηση του στρατού» των ΗΠΑ.
Τον Αύγουστο, ο Τραμπ υπέγραψε έναν αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 716 δισεκ. δολαρίων.
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε αμέσως όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει την πληροφορία αυτή. 
Ρεκόρ παραγωγής και πώλησης όπλων. Στην κορυφή της στρατιωτικής βιομηχανίας για πρώτη φορά ρωσικές εταιρίες
Μπορεί η στρατιωτική βιομηχανία πολλών χωρών να υπολείπεται κατά πολύ αυτής των ΗΠΑ αλλά οι ανακατατάξεις έχουν τη σημασία τους όπως και το γεγονός της άνθισης της που έχει να κάνει με μία νέα κούρσα εξοπλισμών που αντανακλά την όξυνση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων.
Η Ρωσία κατέλαβε τη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην κατάταξη των χωρών βάσει της παραγωγής όπλων το 2017, υπολειπόμενη μόνο των ΗΠΑ και κερδίζοντας τη θέση αυτή από τη Μεγάλη Βρετανία που την κατείχε για μια 15ετια, όπως προκύπτει από την έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Μελετών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI). Η Ρωσία που είχε τον τρίτο υψηλότερο στρατιωτικό προϋπολογισμό και έχει υποχωρήσει πέρυσι στην τέταρτη θέση δαπανώντας 66,3 δισ δολάρια, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Ινστιτούτου Ερευνών για την Ειρήνη της Στοκχόλμης (SIPRI)
«Οι ρωσικές εταιρίες (όπλων) γνώρισαν μια σημαντική ανάπτυξη των πωλήσεών τους από το 2011», επισημαίνει ο ερευνητής Σίμον Βέζεμαν σε ανακοίνωση του Ινστιτούτου.
Στη ρωσική βιομηχανία όπλων αντιστοιχούσε το 9,5% των πωλήσεων των εκατό μεγαλύτερων εταιρειών όπλων του κόσμου το 2017, ή τζίρος 37,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων (33 δισεκ. ευρώ), ποσό αυξημένο κατά 8,5% συγκρινόμενο με το 2016, σύμφωνα με την έκθεση.
«Αυτό συμμορφώνεται προς την αύξηση των δαπανών της Ρωσίας για την αγορά όπλων με σκοπό τον εκσυγχρονισμό των ένοπλων δυνάμεών της», εξηγεί ο ερευνητής.
 Τον Σεπτέμβριο, η χώρα αυτή διεξήγαγε εξάλλου τα μεγαλύτερα στρατιωτικά γυμνάσια στην ιστορία της στην Άπω Ανατολή, τα οποία κατήγγειλε το NATO κάνοντας λόγο περί εξάσκησης για μια «σύρραξη μεγάλης κλίμακας».
Τη δεύτερη θέση αυτής της κατάταξης καταλάμβανε από το 2002 το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο πλέον υποχώρησε στην τρίτη θέση (9% της παγκόσμιας παραγωγής). Η Γαλλία διατηρεί την τέταρτη (5,3%), ενώ οι ΗΠΑ παραμένουν στην πρώτη με τεράστια διαφορά.
Οι αμερικανικές εταιρείες αντιπροσώπευαν το 57% του συνόλου των πωλήσεων το 2017, με 42 εταιρείες στην κορυφαία εκατοντάδα της κατάταξης και αθροιστικό κύκλο εργασιών 226,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
«Οι αμερικανικές εταιρείες ωφελούνται άμεσα λόγω της μόνιμης ζήτησης όπλων από το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας», εξηγεί η Οντ Φλεράν, διευθύντρια του προγράμματος ερευνών για τους εξοπλισμούς και τις στρατιωτικές δαπάνες στο SIPRI.
Μακράν πρώτη στην παγκόσμια κατάταξη των βιομηχανιών όπλων είναι η αμερικανική Lockheed Martin (έσοδα 44,9 δισεκ. δολαρίων), ενώ η ρωσική Almaz-Anteï, η ρωσική εταιρεία που καταλαμβάνει την υψηλότερη θέση στην κατάταξη (10η), είχε τζίρο 8,6 δισεκ. δολαρίων (+17% σε σύγκριση με το 2016). Αυτή είναι η πρώτη φορά που μια ρωσική εταιρεία καταλαμβάνει θέση στην πρώτη δεκάδα των μεγαλύτερων βιομηχανιών όπλων του κόσμου.
Άλλοι εννέα ρωσικοί όμιλοι φιγουράρουν επίσης στην κορυφαία εκατοντάδα των μεγαλύτερων βιομηχανιών όπλων του κόσμου.
Το SIPRI υπογραμμίζει ακόμη ότι οι πωλήσεις των τουρκικών εταιρειών όπλων αυξήθηκαν αλματωδώς, αντανακλώντας τις «φιλοδοξίες της Άγκυρας να αναπτύξει την οπλική της βιομηχανία για να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση για όπλα και για να γίνει λιγότερο εξαρτημένη από τους ξένους προμηθευτές», σύμφωνα με άλλον έναν ερευνητή του Ινστιτούτου, τον Πίτερ Βέζεμαν.
Είναι αξιοσημείωτο ότι η έκθεση δεν συμπεριλαμβάνει στοιχεία για την Κίνα, για την οποία δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, αναφέρει το SIPRI είναι όμως γνωστό ότι έχει αυξηθεί σημαντικά ο στρατιωτικός προϋπολογισμός της, +13% και έχει ξεπεράσει τα 160 δις δολ
άρια.
Όλα αυτά τα όπλα και ο «εκσυγχρονισμός» των ενόπλων δυνάμεων δεν γίνεται σε συνθήκες εργαστηρίου. Είναι προέκταση πολιτικών επιλογών και αυτές υποστηρικτικές στρατηγικών ανταγωνισμών που δεν γίνονται κάπου μακριά αλλά ακουμπούν την περιοχή και τη χώρα μας. Η στρατηγική της έντασης και των εξοπλισμών που με τον πιο κατηγορηματικό και επίσημο τρόπο έχουν διακηρύξει οι ΗΠΑ δεν προοιωνίζει τίποτα το θετικό για την ειρήνη αλλά και για την περιοχή και τη χώρα μας. Η πρόσδεση άνευ όρων και ορίων στο άρμα τους από τη σημερινή κυβέρνηση τίποτα το καλό δεν πρόκειται να επιφέρει και στα συμφέροντα της χώρας και του καθημαγμένου λαού της.
Επιμέλεια-σχολιασμός: Αλέξανδρος Καπακτσής


Σχόλια