Η κατάσταση της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Θερίζει η μαύρη εργασία.


Η κατάσταση της παγκόσμιας εργατικής τάξης. Θερίζει η μαύρη εργασία.

Στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, με την τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την παραγωγή υλικού πλούτου σε επίπεδο που μπορεί να ικανοποιήσει, τουλάχιστον με αξιοπρέπεια, τις ανάγκες του παγκόσμιου πληθυσμού, 114 εκατομμύρια παιδιά 5 έως 14 ετών εξαναγκάζονται σε εργασία, ενώ το 61% του συνόλου των εργαζομένων, δηλαδή 2,2 δισεκατομμύρια εργαζόμενοι απασχολούνται σε άτυπες μορφές εργασίας,

 με πολύ χαμηλούς μισθούς και με ελάχιστη ή καμία κοινωνική προστασία. Από αυτούς, περίπου 700 εκατομμύρια εργαζομένων ζουν το πολύ με 80 ευρώ το μήνα...
Τα παραπάνω είναι ενδεικτικά για το δρόμο της καπιταλιστικής ανάπτυξης, για την «κανονικότητα» της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο,που στηρίζουν οι αστικές κυβερνήσεις και τα αστικά κόμματα όλου του κόσμου, όπως και αν λέγονται, όποιο μοντέλο καπιταλιστικής διαχείρισης και αν επικαλούνται, σοσιαλδημοκρατικά, φιλελεύθερα, ακροδεξιά, κεντροαριστερά, κεντρώα, κεντροδεξιά, όλοι υπηρέτες του καπιταλιστικού κέρδους.Αυτό που αλλάζει μόνο είναι η ένταση της βαρβαρότητας της εκμετάλλευσης.

Τα στοιχεία είναι μέρος της Εκθεσης World Employment Social Outlook - Τrends 2019 που δημοσιοποίησε πρόσφατα η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ - ILO), ένας κοινωνικοεταιρικός θεσμός υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, στον οποίο συμμετέχουν αστικές κυβερνήσεις, καπιταλιστές και συνδικαλιστικές οργανώσεις.
Η Έκθεση αναφέρει ότι στο τέλος του 2018 ζούσαν στον πλανήτη 7,6 δισεκατομμύρια άνθρωποι και διαπιστώνει πως «η αμειβόμενη εργασία είναι η κύρια πηγή εισοδήματος για την τεράστια πλειοψηφία των νοικοκυριών παγκοσμίως».
Ο παγκόσμιος πληθυσμός σε ηλικία εργασίας από 15 ετών και πάνω ήταν 5,7 δισ. άνθρωποι. Σε αυτό το σημείο η ΔΟΕ κάνει την εξής αποκαλυπτική διευκρίνιση: «Η ΔΟΕ δεν εφαρμόζει ανώτερο όριο ηλικίας για τον προσδιορισμό του πληθυσμού που βρίσκεται σε ηλικία εργασίας. Ενα μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού δεν απολαμβάνει παροχές γήρατος, με άλλα λόγια, πολλοί άνθρωποι δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να εργάζονται για όσο διάστημα είναι σε θέση να το κάνουν. Ακόμη και σε χώρες που προβλέπουν παροχές γήρατος, η ηλικία συνταξιοδότησης ποικίλλει ευρέως, πράγμα που σημαίνει ότι οποιοδήποτε όριο ηλικίας θα ήταν αυθαίρετο». Δουλειά δηλαδή μέχρι τα βαθιά γεράματα, μέχρι όσο σε βαστάν τα πόδια σου, αφού «δεν έχεις άλλη επιλογή...».
Από αυτά τα 5,7 δισ. ανθρώπους, τα 3,3 δισ. (58,4% του συνόλου) εργάζονται, όμως η μεγάλη πλειοψηφία δουλεύει με μορφές άτυπης απασχόλησης. Η διατύπωση της Εκθεσης είναι χαρακτηριστική: «Ενας τρομακτικά μεγάλος αριθμός, 2 δισεκατομμυρίων εργαζομένων βρίσκονται σε θέσεις άτυπης απασχόλησης», δηλαδή το 61% των απασχολουμένων. Οι άτυπες θέσεις απασχόλησης, σημειώνεται, «χαρακτηρίζονται από χαμηλές αμοιβές, και από μικρή ή ελάχιστη πρόσβαση στην κοινωνική προστασία και σε εργασιακά δικαιώματα». Και συνεχίζει: «Επιπλέον, πολλοί "άτυποι" εργαζόμενοι είναι μεταξύ του 55% του παγκόσμιου πληθυσμού που δεν έχουν καμία κοινωνική προστασία».
Ακόμα χειρότερα, υπάρχουν 700 εκατομμύρια εργαζόμενοι που ζουν σε «μια κατάσταση ακραίας ή μέτριας φτώχειας». Σύμφωνα με τα κριτήρια της ΔΟΕ, ακραία φτώχεια σημαίνει να ζεις με μέχρι 1,9 δολ. τη μέρα και μέτρια φτώχεια με 1,9 έως 3,2 δολ. τη μέρα σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Σε ευρώ σημαίνει να ζεις το μήνα το πολύ με 50 ευρώ (ακραία φτώχεια) ή με 50 έως 84 ευρώ το μήνα (μέτρια φτώχεια)!
Επίσης, υπάρχουν 172 εκατομμύρια άνεργοι που αποτελούν το 5% του εργατικού δυναμικού. Ακόμα 140 εκατομμύρια άνθρωποι που θεωρούνται δυνητικά εργαζόμενοι, με βάση τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται δεν θεωρούνται άνεργοι, γιατί ενώ ψάχνουν για δουλειά δεν είναι άμεσα διαθέσιμοι να εργαστούν ή είναι διαθέσιμοι αλλά δεν αναζητούν εργασία.
Εδώ - ακόμα και με αυτόν τον τρόπο υπολογισμού - η ΔΟΕ σημειώνει ότι «αν και πήρε μόλις ένα χρόνο να αυξηθεί το παγκόσμιο ποσοστό ανεργίας από το 5% το 2008 στο 5,6% το 2009, η επάνοδος στο 5% χρειάστηκε 9 ολόκληρα χρόνια», επιβεβαιώνοντας πόσο σύμφυτη είναι η ανεργία με την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Το 52% των απασχολουμένων είναι μισθωτοί, με το 40% να είναι σε άτυπες μορφές απασχόλησης.
Επιπλέον, «περίπου 360 εκατομμύρια άνθρωποι (11%)» είναι συμβοηθούντα μέλη της οικογένειας«που δεν διαθέτουν αποτελεσματική πρόσβαση στην κοινωνική προστασία».
Στις άτυπες μορφές απασχόλησης ανήκει και η συντριπτική πλειοψηφία των αυτοαπασχολουμένων. Από τους 1,1 δισ. αυτοαπασχολούμενους, το 85% δρα στην άτυπη οικονομία. Σημειώνεται και εδώ ότι ένα μεγάλο ποσοστό δουλεύει στο καθεστώς αυτοαπασχόλησης όχι από επιλογή αλλά γιατί δεν μπορεί να βρει μια θέση εργασίας.

Σχετικά με την απαράδεκτη, από κάθε άποψη, παιδική εργασία, η Έκθεση σημειώνει αν και μειώθηκε  ότι «οι πιο πρόσφατες εκτιμήσεις για το 2016», που «βασίζονται σε δεδομένα 105 ερευνών (...) και καλύπτουν σχεδόν το 75% των παιδιών παγκοσμίως», δείχνουν ότι το έτος αυτό απασχολήθηκαν 152 εκατομμύρια παιδιά ηλικίας 5 - 17 ετών (συμπεριλαμβανομένων των 114 εκατομμυρίων παιδιών ηλικίας 5 - 14 ετών), «από τα οποία τα 73 εκατομμύρια εργάζονταν σε επικίνδυνες συνθήκες».

Κάνει θραύση και στην Ευρώπη η... «κακή ποιότητα» εργασίας
Η Έκθεση διαπιστώνει ότι στη Βόρεια, Δυτική και Νότια Ευρώπη ο αριθμός των απασχολουμένων δεν ήταν ποτέ τόσο υψηλός και ότι το ποσοστό ανεργίας θα συνεχίσει να μειώνεται το 2019 για έκτη συνεχή χρονιά. Ωστόσο, η μείωση αυτή συνοδεύεται από τις άθλιες συνθήκες εργασίας, με τη ΔΟΕ να χρησιμοποιεί τον όρο «κακή ποιότητα»...
Απέναντι στη φθηνή κυβερνητική προπαγάνδα περί «μείωσης της ανεργίας» στην Ελλάδα ως αποτέλεσμα της «προοδευτικής» του πολιτικής, τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για τάση σε όλη την περιοχή, με παράλληλη ενίσχυση της «ευελιξίας».
Ακόμα και τα στοιχεία της Εκθεσης της ΔΟΕ «ακυρώνουν» την προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αποκόψει την εμφανιζόμενη μείωση της επίσημης ανεργίας από τη χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας, την επικράτηση των ελαστικών μορφών, τους πολύ χαμηλούς μισθούς και στις θέσεις πλήρους απασχόλησης.
Ειδική αναφορά γίνεται στις θέσεις προσωρινής και μερικής απασχόλησης.
Το μερίδιο των προσωρινά απασχολουμένων στο σύνολο της απασχόλησης έφθασε το 2017 το 26,8% στην Ισπανία, το 16,8% στη Γαλλία, το 21,7% στην Ολλανδία και το 15,5% στην Ιταλία. Ως προς τη διάρκεια των συμβάσεων προσωρινής απασχόλησης αναφέρεται πως το 2017, οι συμβάσεις «διάρκειας έξι μηνών ή λιγότερο αντιστοιχούσαν σε περισσότερο από το μισό του συνόλου των προσωρινών συμβάσεων στο Βέλγιο, στη Φινλανδία, στην Ιταλία και την Ισπανία».
Με την παρατήρηση ότι όσο πιο μικρή είναι η διάρκεια της σύμβασης προσωρινής απασχόλησης, τόσο υψηλότερο είναι το ποσοστό φτώχειας, επισημαίνεται ότι «πάνω από το 85% των προσωρινά απασχολουμένων στην Ισπανία απασχολούνται προσωρινά επειδή δεν μπόρεσαν να βρουν μόνιμη εργασία. Το ποσοστό αυτό υπερβαίνει το 75% στο Βέλγιο, στην Ελλάδα και την Ιταλία».
Ως προς τη μερική απασχόληση αναφέρεται πως «περίπου το 20% των θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη το 2017 ήταν μερικής απασχόλησης. Το μερίδιο της μερικής απασχόλησης ήταν υψηλότερο σε ορισμένες χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, όπως η Αυστρία (27,9%), η Γερμανία (26,9%), οι Κάτω Χώρες (49,8%) και το Ηνωμένο Βασίλειο (24,9%). Ωστόσο, στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, ιδίως στην Ελλάδα και την Ιταλία, ο αριθμός των απασχολουμένων με μερική απασχόληση αυξήθηκε περισσότερο από την έναρξη της παγκόσμιας (...) κρίσης το 2008». Συμπληρωματικά, σημειώνεται ότι «η άτυπη μερική απασχόληση είναι ιδιαίτερα συχνή στις χώρες της Νότιας Ευρώπης, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία, όπου πάνω από το 60% των μερικώς απασχολουμένων είναι ακούσιες», με την έννοια ότι δεν μπορούσαν να βρουν θέση πλήρους απασχόλησης.

Ακόμα διαπιστώνεται ότι «το ποσοστό των εργαζομένων με μερική απασχόληση που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας είναι υψηλότερο σε χώρες όπου η ακούσια μερική απασχόληση είναι πιο διαδεδομένη, όπως η Ισπανία και η Ελλάδα. Ομοίως, στις χώρες για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, οι προσωρινά απασχολούμενοι είναι κατά μέσο όρο τρεις φορές πιο πιθανό να υποφέρουν από τη φτώχεια στην εργασία από ό,τι οι εργαζόμενοι με μόνιμες συμβάσεις. Περίπου το 20% των προσωρινά απασχολούμενων κινδυνεύουν από τη φτώχεια στην Αυστρία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και τη Σουηδία. (...) Τέλος, δεδομένου ότι περίπου το 15% όλων των εργαζομένων στη Βόρεια, Δυτική και Νότια Ευρώπη είναι αυτοαπασχολούμενοι, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα υψηλά ποσοστά της σχετικής εργασιακής φτώχειας αυτής της ομάδας - ειδικά όσων εργάζονται για δικό τους λογαριασμό. Έτσι, μεταξύ 17% και 23% των αυτοαπασχολουμένων στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ελλάδα, στην Ιταλία και την Ισπανία διέτρεξαν τον κίνδυνο φτώχειας το 2017».
Επιμέλεια: Ν.Π.




Σχόλια